implantation

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɪmplɑːnˈteɪʃən/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(im′plan tāshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
implantation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (insertion or embedding)εμφύτευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The implantation went well; there were no side effects.
implantation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (embryo: attachment to uterus)εμφύτευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The implantation of the embryo was successful; it's now attached to the uterus.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'implantation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση implantation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'implantation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης