implacable

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈplækəbəl/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ɪmˈplækəbəl, -ˈpleɪkə-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(im plakə bəl, -plākə-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
implacable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (impossible to placate)αδιάλλακτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που δεν εξευμενίζεται, που δεν κατευνάζεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που δεν ηρεμεί, που δεν καλμάρει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 James tried to calm his daughter but she was implacable.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση implacable στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'implacable'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης