hydrocarbon

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌhaɪdrəʊˈkɑːrbən/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌhaɪdrəˈkɑrbən, ˈhaɪdrəˌkɑr-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(hī′drə kärbən, hīdrə kär′-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hydrocarbon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chemical compound)υδρογονάνθρακας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Scientists analyzed the function of hydrocarbon in the mixture.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hydrocarbon' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hydrocarbon στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hydrocarbon'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης