hybrid

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhaɪbrɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhaɪbrɪd/ ,USA pronunciation: respelling(hībrid)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hybrid adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (species, breed: mixed)υβριδικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Hybrid roses have the greatest variety of colours.
hybrid nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mixed breed, species)υβρίδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
hybrid nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (mix) (μεταφορικά)υβρίδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Her argument was a hybrid of opinion and hope.
hybrid nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (petrol-electric car) (αυτοκίνητο)υβριδικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The hybrids have begun to come down in price.
hybrid adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (car: petrol-electric) (αυτοκίνητο)υβριδικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Hybrid cars can get as much as 100 miles per gallon.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hybrid animal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (creature cross-bred from 2 species)υβρίδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
hybrid car nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vehicle with combined power source)υβριδικό όχημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I bought a hybrid car to avoid high gasoline costs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hybrid' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hybrid στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hybrid'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης