hyacinth

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhaɪəsɪnθ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhaɪəsɪnθ/ ,USA pronunciation: respelling(hīə sinth)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hyacinth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flowering plant)υάκινθος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The church was decorated with lilies and fragrant hyacinth for Easter.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bluebell,
wood hyacinth,
wild hyacinth
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(woodland bellflower)υάκινθος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 There are bluebells all over the woodland floor.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hyacinth στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hyacinth'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης