hustle

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhʌsəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhʌsəl/ ,USA pronunciation: respelling(husəl)

Inflections of 'hustle' (v): (⇒ conjugate)
hustles
v 3rd person singular
hustling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
hustled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
hustled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hustle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (activity, bustle)έντονη ζωή επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)φασαρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)βαβούρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The hustle in the city was disorienting for Jim, who had just arrived from his farm.
 Η έντονη ζωή πόλης αποπροσανατόλιζε τον Τζιμ που μόλις είχε φτάσει από το αγρόκτημά του.
hustle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (confidence trick, fraud)απάτη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)κομπίνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The corporate boss was arrested for organizing a huge insurance hustle.
 Ο προϊστάμενος της εταιρείας συνελήφθη για την οργάνωση μιας μεγάλης ασφαλιστικής απάτης.
hustle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move quickly)βιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κυριολεκτικά, μεταφορικά)τρέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Dan was late for work so he had to hustle to avoid getting in trouble.
 Ο Νταν είχε αργήσει για τη δουλειά και έτσι έπρεπε να βιαστεί για να μην έχει φασαρίες.
hustle [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (jostle [sb])σπρώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sarah was hustled by passengers trying to get onto the subway as she tried to get off.
 Τη Σάρα την έσπρωξαν επιβάτες που προσπαθούσαν να μπουν στον υπόγειο ενώ εκείνη προσπαθούσε να βγει.
hustle [sb],
hustle [sb] into doing [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(coerce, urge [sb](κπ, κπ να κάνει κτ)πιέζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πείθω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)ψήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The strange man on the corner was trying to hustle passers-by to buy cocaine.
 Ο περίεργος άνδρας στη γωνία προσπαθούσε να πείσει τους περαστικούς να αγοράσουν κοκαΐνη.
hustle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (sell [sth])πουλάω, πουλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jon hustled life insurance for a living after he lost his job working as a real estate agent.
 Ο Τζον πουλούσε ασφάλειες ζωής για να τα βγάλει πέρα αφού έχασε τη δουλειά του ως μεσίτης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hustle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." US, informal (be a prostitute) (καθομιλουμένη, μτφ)κάνω πιάτσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When she lost her job, Brittany started hustling on the corner.
hustle vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (quickly move [sb/sth](κατά λέξη)μετακινώ βιαστικά ρ μ + επίρ
Σχόλιο: Ανάλογα με τα συμφραζόμενα γίνεται η επιλογή του κατάλληλου ρήματος που δηλώνει κίνηση, π.χ. σπρώχνω, φυγαδεύω, χώνω κ.ά.
 Security hustled the politician out of the room after the assassination attempt.
 Η φρουρά του φυγάδευσε γρήγορα τον πολιτικό έξω από το δωμάτιο μετά την απόπειρα δολοφονίας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hustle and bustle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (activity) (καθομιλουμένη)βαβούρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  χαμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  φασαρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο: πολλές δραστηριότητες)κινητικότητα ουσ θη
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: would like to see more hustle [out there, on the court], need to see more hustle [out there], that was good hustle (out there), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hustle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hustle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης