hushed

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhʌʃt/US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/hʌʃt/

Σε αυτή τη σελίδα: hushed, hush

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hushed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (quiet, subdued)ήσυχος, χαμηλόφωνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)χαμηλωμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 In a hushed voice, the librarian told the kids to be quiet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hush interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (be quiet)ησυχία επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  κάνε ησυχία επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (ανεπίσημο)σουτ επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 The teacher said, "Hush everyone, I'm trying to explain."
 Ο δάσκαλος είπε, «Κάντε ησυχία όλοι, προσπαθώ να εξηγήσω.»
hush viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be quiet) (σταματάω να μιλάω)σιωπώ, σωπαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (δεν κάνω θόρυβο)κάνω ησυχία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The crowd hushed as the speaker came out.
 Το πλήθος έκανε ησυχία καθώς εμφανίστηκε ο ομιλητής.
hush [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make quiet)λέω σε κπ να κάνει ησυχία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Lola started to say something, but I hushed her, as Gary hadn't finished speaking.
hush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (quiet)ησυχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σιγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ανεπ: συχνά από αμηχανία)βουβαμάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was a sudden hush when the news of the war broke.
 Ξαφνικά απλώθηκε ησυχία όταν μαθεύτηκαν τα νέα για τον πόλεμο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hushed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hushed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hushed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης