husbandry

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhʌzbəndrɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhʌzbəndri/ ,USA pronunciation: respelling(huzbən drē)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
husbandry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (breeding animals) (εκτροφή ζώων)κτηνοτροφία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They study animal husbandry at the agricultural college.
husbandry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (farming, agriculture)αγροτική οικονομία επίθ + ουσ θηλ
  γεωργία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Their family has been in husbandry on this farm for generations.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
animal husbandry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (breeding livestock)κτηνοτροφία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Animal husbandry is big business in Wisconsin, the Dairy State. She wants to be a rancher so she is studying animal husbandry in college.
 Η κτηνοτροφία είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στο Γουισκόνσιν, την Πολιτεία των γαλακτοκομικών.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'husbandry' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση husbandry στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'husbandry'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης