hug

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhʌg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/hʌg/ ,USA pronunciation: respelling(hug)


Inflections of 'hug' (v): (⇒ conjugate)
hugs
v 3rd person singular
hugging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
hugged
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
hugged
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hug vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (embrace)αγκαλιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She hugged her brother when he returned.
 Όταν γύρισε ο αδερφός της, τον αγκάλιασε.
hug viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (embrace)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 They always hug when they meet.
hug nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (embrace)αγκαλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)αγκάλιασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Ursula's strong hug reassured her husband.
 Η σφιχτή αγκαλιά της Ούρσουλα καθησύχασε τον σύζυγό της.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το αγκάλιασμά τους ήταν τόσο σφιχτό, που έμοιαζαν κολλημένοι.
hugs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (affectionate message, sign-off)φιλάκια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 I'm so sorry to hear your news - hugs!
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hug vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (wrap tightly around)είμαι κολλητός, είμαι εφαρμοστός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)αγκαλιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Her jeans hugged her hips.
hug [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (cling to)κρατιέμαι γερά από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)κολλάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The climber hugged the rock wall when his rope broke.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bear hug nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (affectionate embrace)ζεστή αγκαλιά επίθ + ουσ θηλ
  σφιχτή αγκαλιά επίθ + ουσ θηλ
hug tightly v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (squeeze, embrace forcefully)αγκαλιάζω σφικτά ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He hugged me so tightly, I couldn't breathe.
 Με αγκάλιασε τόσο σφικτά που δε μπορούσα να αναπνεύσω.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hug' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: hug your [friends, parents, loved ones], a [big, bear, group, quick, tight] hug, hugged him [tightly, close], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hug στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hug'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης