Σε αυτή τη σελίδα: howling, howl
Ο όρος 'howling' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'howl'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'howling' is an alternate term for 'howl'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
howling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crying sound of a dog, etc.)σκούξιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ουρλιαχτό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  υλακή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μόνο σκύλος)αλύχτισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Mark heard howling coming from the kennel.
howling adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (success, etc.: total) (επιτυχία)μεγάλος, φοβερός, καταπληκτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The movie turned out to be a howling success.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
howl viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (dog, wolf: cry)ουρλιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  αλυχτάω, αλυχτώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 At night, Seth could always hear his dog howling at the moon.
 Το βράδυ, ο Σεθ πάντα άκουγε τον σκύλο του να αλυχτά κοιτώντας το φεγγάρι.
howl viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (person: cry out)ουρλιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Lily howled like it was the end of the world when she stubbed her toe.
 Η Λίλυ ούρλιαξε σα να ήρθε το τέλος του κόσμου όταν χτύπησε το δάκτυλο του ποδιού της.
howl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cry of a dog or wolf)ουρλιαχτό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αλύχτισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The wolf's howl was heard for miles around.
 Το ουρλιαχτό του λύκου ακουγόταν για μίλια.
howling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cry of pain, etc.)ουρλιαχτό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κραυγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Peter heard Gary's howling from the other side of the house.
 Ο Πήτερ άκουσε το ουρλιαχτό του Γκάρυ από την άλλη μεριά του σπιτιού.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
howling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (sound of wind) (μεταφορικά)ουρλιαχτό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 At the top of the mountain the howling of the wind was very loud.
howl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative ([sth] or [sb] hilarious) (καθομιλουμένη)που έχει πολύ γέλιο, που έχει πολλή πλάκα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ξεκαρδιστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 That joke's a howl, you have to tell it to Jenna.
howl viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative ([sb]: complain) (ανεπίσημο)κλαίγομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  γκρινιάζω, παραπονιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Every time he doesn't get what he wants, Jimmy goes off to howl to his mom.
howl viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (laugh)ξεκαρδίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)σκάω στα γέλια, κλαίω από τα γέλια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The new comedian made the audience howl.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
howling | howl
ΑγγλικάΕλληνικά
howling wind nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (loud, strong wind)δυνατός άνεμος,τρελοαέρας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Driving rain and a howling wind turned their trek across the moor into a dangerous nightmare.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση howling στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'howling'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης