Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

house agent


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο house παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: agent

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (residence building)σπίτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Their new house has three bathrooms.
 Το καινούριο τους σπίτι έχει τρία μπάνια.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (household) (μτφ: ένοικοι)σπίτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (συγγενείς)οικογένεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The whole house was in mourning for Mr. Saunders.
 Ολόκληρη η οικογένεια θρηνούσε για τον κύριο Σόντερς.
house vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide a storage place)αποθηκεύω, φυλάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κτίριο, αποθήκη)στεγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This cabinet houses all our stationery.
 Σε αυτό το ντουλάπι αποθηκεύουμε όλα τα χαρτικά μας.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αυτή η αποθήκη στεγάζει όλα τα παλιά μας έπιπλα.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shelter)φωλιά ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Some animals build their houses out of straw.
 Κάποια ζώα φτιάχνουν τις φωλιές τους από άχυρο.
house [sth/sb] in [sth] vtr + prep (keep in a dwelling)στεγάζω κπ/κτ σε κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  φιλοξενώ κπ/κτ σε κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The university houses its students in very old buildings.
 Το πανεπιστήμιο στεγάζει τους φοιτητές του σε πολύ παλιά κτίρια.
 Το πανεπιστήμιο φιλοξενεί τους φοιτητές του σε πολύ παλιά κτίρια.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (building) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Usually used in compound forms: "schoolhouse," "coffee house," "jailhouse," etc.
 There's a florist between the coffee house and the schoolhouse. The legislature meets in the State House.
 Υπάρχει ένα ανθοπωλείο ανάμεσα στην καφετέρια και το σχολείο.
house,
House
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(hall)αίθουσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (λόγιος)μέλαθρον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μέγαρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The British Parliament meets in the House of Commons.
house,
House
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(family) (επίσημο)Οίκος ουσ αρσ κύρ
 The House of Tudor ruled from 1485 to 1603.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legislative body)νομοθετικό σώμα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  συμβούλιο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Most parliaments have an upper and a lower house.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business firm)οίκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He works for a publishing house.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (university college)σχολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The university is divided into several houses.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (members of a college)εστία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The two houses will be competing in the rowing regatta.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gambling: casino) (μεταφορικά)μάνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It never pays to gamble because the house always wins.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (audience)κοινό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  θεατές ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The producer was pleased to see there was a good house on the play's opening night.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (convent or abbey) (επίσημο)μονή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μοναστήρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 There used to be lots of religious houses in this area.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (church, mosque, synagogue) (επίσημο, μτφ)οίκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Speak quietly when you enter God's house.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (residential division in boarding school)κτίριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Εννοείται κτίριο με φοιτητικές εστίες.
 The school had 6 houses.
house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (team in British school)ομάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I'm in Newton house at school; our colour is red.
house vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide housing)στεγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)φιλοξενώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The hall will house two hundred people.
house vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide a workplace)στεγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This building houses the workshop.
house vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (secure sthg)ασφαλίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The machine can be housed in its case for transit.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
arthouse,
art house
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(venue showing art films)κινηματογράφος τέχνης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
arthouse,
art-house
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(film: independent, creative)ανεξάρτητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
batch house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of a glass factory) (υαλουργία)εγκαταστάσεις ξεδιαλέγματος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
beach house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (seaside chalet)εξοχικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)παραθαλάσσιο εξοχικό επίθ + ουσ ουδ
 She invited me to spend a week at her beach house.
big house slang (prison) (αργκό, μεταφορικά)στενή επίθ ως ουσ θηλ
boarding house,
boardinghouse
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(guesthouse: offers lodging)οικοτροφείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Some friends and I are staying in a boarding house this summer.
carriage house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (rest stop for coaches)χώρος στάθμευσης για άμαξες φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The carriage house is located near the stables.
chapter house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (building attached to church, etc.)αίθουσα συνάθροισης που προσαρτάται σε εκκλησία β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
chapter house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (building used by club chapter)αίθουσα αδελφότητας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
charnel house (vault for corpses)oστεοφυλάκιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
clean house vtr + n (do housework) (κυριολεκτικά)καθαρίζω, συγυρίζω σπίτι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Now that spring has come, it's time to clean house.
 Τώρα που ήρθε η άνοιξη, είναι καιρός να συγυρίσουμε το σπίτι.
clean house vtr + n figurative (office: change personnel) (μεταφορικά)ανασχηματίζω, αναδιανέμω καθήκοντα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When staffing his office, the first thing a new president does is clean house.
clean house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (home: free of dirt)καθαρό σπίτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Trevor tried to cheer me up by saying that women with clean houses are boring.
clearinghouse (US),
clearing house (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(agency: settles transactions)γραφείο συμψηφισμού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
clearinghouse (US),
clearing house (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(academic: handles information)γραφείο ανταλλαγής πληροφοριών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  γραφείο πληροφοριών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 A scholarship clearinghouse is a source of information from a wide range of institutions.
coach house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (rest stop for carriages)μέρος όπου έκαναν στάση οι άμαξες β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
coffeehouse,
also UK: coffee house
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(establishment where coffee is served)καφενείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (σύγχρονο)καφετέρια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Golden Horn was a 60's coffeehouse where you could find coffee, folk songs and poetry but no alcohol .
coffeehouse viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." dated, slang (indulge in chitchat)κουβεντιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (συχνά με κακή πρόθεση)κουτσομπολεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
council house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (home: subsidized)εργατική κατοικία επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
country house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mansion)έπαυλη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  εξοχική έπαυλη επίθ + ουσ θηλ
crack house,
crackhouse
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(place where crack cocaine is sold)σπίτι, όπου γίνεται εμπόριο ναρκωτικών β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
curry house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Indian or Asian restaurant)ινδικό εστιατόριο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)ινδικό επίθ ως ουσ ουδ
  (πιο γενικά)ασιατικό εστιατόριο επίθ + ουσ ουδ
dance house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (venue where dances are held)κέντρο διασκέδασης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
detached house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (house with no shared wall)μονοκατοικία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη, επίσημο)μονοκατοικία πανταχόθεν ελεύθερη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 My elderly in-laws live in a detached house in Staines.
dog house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (kennel for a domestic canine)σπιτάκι του σκύλου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
doghouse nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (kennel for a dog)σκυλόσπιτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Gwen built a doghouse for her new puppy to sleep in.
dollhouse (US),
doll's house,
dolls' house (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(miniature house for dolls)κουκλόσπιτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Edgar built an elaborate dollhouse for his granddaughter.
dosshouse,
doss house,
doss-house
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, dated, slang (cheap guesthouse)ξενώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  πανδοχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
dream house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ideal house for [sb])το σπίτι των ονείρων μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My dream house would be a villa with a swimming pool.
dwelling house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (residence)κατοικία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
field house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (athletics: for storage, dressing)αποδυτήρια ουσ ουσ πλ
  (κατά λέξη)κτίριο αποδυτηρίων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
field house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (used for indoor sports)αθλητική εγκατάσταση επίθ + ουσ θηλ
frame house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (house with a timber frame)σπίτι με ξύλινο σκελετό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Frame houses are common in the USA, where timber is cheap and plentiful.
fraternity house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (male college students' residence)αδελφότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Fraternity houses are a uniquely American phenomenon, I believe.
front of house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of theater)φουαγιέ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
front-of-house n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (dealing with customers and public)της εξυπηρέτησης πελατών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
front of the house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (façade of residential building, house front)πρόσοψη κτιρίου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The front of the house mimicked a Neo-Gothic facade.
front of the house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rooms towards front of a house)μπροστινό δωμάτιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Whenever I come in the back door my dog runs from the front of the house to greet me.
fun house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attraction at fair or amusement park)λούνα-παρκ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
furnished house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rental property with furniture)επιπλωμένο σπίτι μτχ πρκ + ουσ ουδ
 I'm going to be there for three months so it will be worth it to rent a furnished house.
gingerbread house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (edible confectionery structure)σπιτάκι από μελόψωμο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
grindhouse,
grind house
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
mainly US (cinema genre) (κινηματογραφικό είδος)grindhouse ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
grindhouse,
grind-house
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
mainly US (relating to grindhouse)σχετικός με ταινία grindhouse β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
grindhouse,
grind house
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
mainly US, dated (burlesque theater)θέατρο με παραστάσεις μπουρλέσκ β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
guest house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small hotel)ξενώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  πανσιόν ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 My parents stayed in a nearby guest house while visiting us for three weeks.
 Όταν μας επισκέφθηκαν οι γονείς μου για τρεις εβδομάδες έμεναν σε έναν κοντινό ξενώνα.
 Όταν μας επισκέφθηκαν οι γονείς μου για τρεις εβδομάδες έμεναν σε μία κοντινή πανσιόν.
guest house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outbuilding for guests)ξενώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Grandma and Grandpa will stay in the guest house when they visit.
guesthouse,
also UK: guest house,
guest-house
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(outbuilding for guests)ξενώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Grandma and Grandpa will stay in the guesthouse when they visit.
halfway house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (residence for ex-prisoners, etc.) (για πρώην έγκλειστους)κέντρο επανένταξης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
hash house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (cheap restaurant) (ΗΠΑ,αργκό)φτηνό εστιατόριο, μαγειρείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I ate dinner in a hash house near the station.
haunted house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (house occupied by a ghost)στοιχειωμένο σπίτι επίθ + ουσ ουδ
 Strange noises came from the haunted house late at night.
 Αργά χτες τη νύχτα, ακούγονταν παράξενοι θόρυβοι απ' το στοιχειωμένο σπίτι.
haunted house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fairground attraction)στοιχειωμένο σπίτι επίθ + ουσ ουδ
  το σπίτι του τρόμου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The two girls came out of the haunted house shrieking and giggling.
 Τα δυο κορίτσια βγήκαν έξω απ' το στοιχειωμένο σπίτι τσιρίζοντας και χαχανίζοντας.
head house,
headhouse
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(headquarters of an organization)έδρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κεντρικά γραφεία επίθ + ουσ ουδ πλ
head house,
headhouse
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(mining: at the top of a mine shaft)δομή στην κορυφή φρεατίου ορυχείου β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
head house,
headhouse
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(part of train station)κυρίως σιδηροδρομικός σταθμός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  σιδηροδρομικός σταθμός επίθ + ουσ αρσ
head house,
headhouse
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(annex of a greenhouse)δομή συντονισμού θερμοκηπίων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
henhouse,
hen-house,
hen house
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(shelter for chickens)κοτέτσι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
house arrest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (imprisonment in one's home)κατ΄ οίκον περιορισμός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The Burmese political dissident was under house arrest for many years.
house call (professional visit)κατ' οίκον επίσκεψη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  κατ' οίκον επαγγελματική επίσκεψη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
house cat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (domestic feline, pet cat)κατοικίδια γάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A lion is a wild cat, not a house cat.
house cleaner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] employed to do domestic cleaning)καθαριστής, οικονόμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
house dog nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (domestic canine, pet dog)κατοικίδιος σκύλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 One of the best house dogs, in the opinion of some people, is the poodle.
house guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] staying at one's home)φιλοξενούμενος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
house hunting,
house-hunting
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(search for accommodation)αναζήτηση κατοικίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
house lights nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (lights of a residential building)φώτα οικίας ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 I always leave some house lights on when I go on holiday.
house lights nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (theatre: lights over seating area)φώτα πλατείας θεάτρου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The house lights were dimmed as the performance started.
house martin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: small bird)λευκοχελίδονο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
house move nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (change of residence)μετακόμιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Juan is helping me with my house move by carrying some furniture in his truck.
house moving,
house-moving
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(changing homes) (σε γενική)μετακομίσεων ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται στη γενική: εταιρία μετακομίσεων
 Daniel works for a house moving company.
house music (music genre)house μουσική, μουσική house φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  house ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
house of cards nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (structure made of playing cards)χάρτινος πύργος επίθ + ουσ αρσ
house of cards nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (fragile structure)λεπτή κατάσταση επίθ + ουσ θηλ
House of Commons nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (part of Parliament) (Ηνωμένο Βασίλειο)Βουλή των Κοινοτήτων φρ ως ουσ θηλ κύρ
 The MP for North Durham led the debate in the House of Commons.
house of delegates nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (government lawmaking group)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The house of delegates is the policy making body of the American Bar Association.
house of ill repute nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. euphemism (brothel, prostitutes' workplace)οίκος ανοχής φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 Dolly was the madam in the classiest house of ill repute in the county.
House of Lords nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (Parliamentary chamber of peers) (Ηνωμένο Βασίλειο)Βουλή των Λόρδων φρ ως ουσ θηλ κύρ
 The Labour party plans to replace the House of Lords with an elected senate.
house of prayer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (church, place of worship)εκκλησία, τόπος λατρείας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The house of prayer was the name the missionaries gave their little church.
House of Representatives nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (lower chamber of Congress)Βουλή των Αντιπροσώπων φρ ως ουσ θηλ κύρ
House of Representatives nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lower chamber of state legislature)Βουλή των Αντιπροσώπων φρ ως ουσ θηλ κύρ
house of worship nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (church)εκκλησία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You cannot go into a house of worship dressed like that.
house officer,
houseman
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (junior doctor on staff)νεοειδικευθείς γιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς υπάρχουν διαφορές στο σύστημα περίθαλψης.
house painter (profession)ελαιοχρωματιστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)μπογιατζής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
house party nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (social gathering at [sb]'s house)πάρτυ, πάρτι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (κατά λέξη)πάρτυ σε σπίτι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 We went to a house party yesterday. I couldn't sleep last night because our neighbors had a very loud house party.
house pet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (domestic animal kept indoors)κατοικίδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 John keeps a wallaby as a house pet, but dogs and cats are more the norm!
house sitter,
housesitter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(minds [sb]'s home)άτομο που προσέχει το σπίτι όταν λείπουν οι ιδιοκτήτες β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
house wine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inexpensive wine sold by restaurant)χύμα κρασί φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The house wine is an inexpensive option if you are not sure what to choose.
house wiring nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (connecting electricity in the home)ηλεκτρική εγκατάσταση επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)ηλεκτρικά επίθ ως ουσ ουδ πλ
 The old house wiring did not have enough current for the new electric stove.
house-hunt viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (search for house to buy)αναζήτηση σπιτιού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  έρευνα αγοράς ακινήτων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
house-husband nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stays home during day)ο σύζυγος που ασχολείται με τα οικιακά β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
house-to-house adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (at or to every home)πόρτα-πόρτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  από πόρτα σε πόρτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
house to house advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (from one home to another)πόρτα-πόρτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  από πόρτα σε πόρτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
house-train vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (toilet-train pet)εκπαιδεύω κατοικίδιο για το πώς να κάνει την ανάγκη του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
house-trained adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK (pet: toilet trained) (για κατοικίδιο)εκπαιδευμένος για θέματα τουαλέτας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
housedress,
house dress
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
chiefly US (dress for housework)φόρεμα σπιτιού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
housefly,
house fly,
house-fly,
plural: houseflies
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(common flying insect)μύγα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)οικιακή μύγα επίθ + ουσ θηλ
houseman,
house officer
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (hospital intern)ειδικευόμενος γιατρός, ειδικευόμενη γιατρός επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  ειδικευόμενος, ειδικευόμενη επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
houseproud,
house-proud
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(attentive to appearance and upkeep of one's home)καμαρώνω για το σπίτι μου ρ εκφρ
  περήφανος για το σπίτι μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
housesit,
house-sit
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(mind [sb]'s home in their absence)προσέχω το σπίτι κπ ενόσω λείπει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
housesitting,
house-sitting
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(minding [sb]'s home in their absence)το να προσέχω το σπίτι κπ ενόσω λείπει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
housewarming,
house-warming,
house warming
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(party to celebrate new home)γιορτή για καλορίζικα σπιτιού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)εγκαίνια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The Hudsons held a lavish housewarming when they moved into their new house.
in-house adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (company: internal)εσωτερικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  από την επιχείρηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 They will provide in-house training instead of sending the whole staff out of town.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση house agent στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'house agent'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης