Σε αυτή τη σελίδα: hot-air balloon, balloon
Ο όρος 'hot-air balloon' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'balloon'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'hot-air balloon' is an alternate term for 'balloon'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hot-air balloon,
hot air balloon
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(passenger balloon)αερόστατο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Have you ever been for a ride in a hot-air balloon?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
balloon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inflatable toy on a string)μπαλόνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The balloon was tied to the child's wrist so he would not lose it.
 Το μπαλόνι ήταν δεμένο στον καρπό του παιδιού για να μην το χάσει.
balloon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hot-air balloon)αερόστατο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The county fair is offering rides in balloons this year.
 Στη γιορτή της κομητείας προσφέρονται βόλτες με αερόστατο αυτή τη χρονιά.
balloon viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (grow exponentially)αυξάνομαι ραγδαία ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά, καθομ)φουσκώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The company's success has ballooned in the past few months.
 Η επιτυχία της εταιρείας αυξήθηκε ραγδαία τους τελευταίους μήνες.
balloon viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (money, debt: grow) (μεταφορικά)εκτινάσσομαι στα ύψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά, καθομ)φουσκώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The house renovations are causing our debt to balloon.
 Η ανακαίνιση στο σπίτι κάνει το χρέος μας να εκτιναχθεί στα ύψη.
balloon viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative, informal (person: put on weight) (μεταφορικά)φουσκώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παχαίνω, χοντραίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Since his divorce, he has ballooned to three hundred pounds.
 Μετά το διαζύγιό του έχει παχύνει και έφτασε τα εκατόν πενήντα κιλά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
balloon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flask)φλασκί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
balloon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (glass for brandy)ποτήρι balloon φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 To fully enjoy this brandy, you should drink it out of a balloon.
balloon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (kick: a ball)ψιλοκρεμαστή μπαλιά επίθ + ουσ θηλ
balloon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device to dilate blood vessels) (ιατρική)μπαλονάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 During Calvin's surgery, the surgeon used a balloon to dilate the clogged blood vessel.
balloon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (comic: thought, speech bubble) (κόμικς)συννεφάκι, μπαλονάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 In comic books, different balloon shapes can indicate different things, such as a character speaking or thinking something.
balloon n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (surgery)με μπαλονάκι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The surgeon performed a balloon angioplasty in order to widen the blood vessel.
balloon viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (fly in hot-air balloon)πετάω με αερόστατο, πετώ με αερόστατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Tourists often come to this hill to go ballooning.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hot-air balloon' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hot-air balloon στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hot-air balloon'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης