hot dog

Listen:
US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(hotdôg′, -dog′)

Inflections of 'hot dog' (v): (⇒ conjugate)
hot-dogs
v 3rd person singular
hot-dogging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
hot-dogged
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
hot-dogged
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hot dog nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (frankfurter sausage in a bun)χοτ ντογκ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 A hot dog and a soda is a classic American meal.
 Το χοντ ντογκ με αναψυκτικό είναι κλασικό αμερικάνικο γεύμα.
hot dog nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (frankfurter sausage)λουκάνικο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  λουκάνικο Φρανκφούρτης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 I ate the hot dog but left the bun.
 Έφαγα το λουκάνικο, αλλά άφησα το ψωμάκι.
hot dog nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (person who does stunts to attract attention) (καθομιλουμένη)που κάνει καραγκιοζιλίκια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 See that guy on crutches; yesterday he was the biggest hot dog on the slopes.
 Βλέπετε αυτόν τον τύπο με τις πατερίτσες; Εχθές έκανε τα περισσότερα καραγκιοζιλίκια στις πλαγιές.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Hot dog! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" US, slang (enthusiasm, pleasure) (καθομιλουμένη)Σούπερ! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
hot-dog n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." US, informal (skillful, esp. in sports)καλός, ταλαντούχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  επιδέξιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Ben is a hot-dog surfer.
hot-dog viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." US, informal (sports: do a spectacular maneuver)κάνω φιγούρα, κάνω επίδειξη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Look at those skiers hot-dogging!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hot-dog stand,
hot dog stand
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(kiosk or counter selling hot dogs)καντίνα που πουλάει χοτ ντογκ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Whenever I pass through Chicago, I try to stop at a hot-dog stand to pick up lunch.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hot dog' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hot dog στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hot dog'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης