hostess

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhəʊstəs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhoʊstɪs/ ,USA pronunciation: respelling(hōstis)

Σε αυτή τη σελίδα: hostess, host
Ο όρος 'hostess' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'host'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'hostess' is an alternate term for 'host'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hostess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of party)οικοδέσποινα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 At the end of the night, Harry thanked the hostess and went home.
 Στο τέλος της βραδιάς, ο Χάρυ ευχαρίστησε την οικοδέσποινα και πήγε σπίτι.
hostess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (flight attendant)αεροσυνοδός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 On his flight home Bob asked the hostess for a beer, but the airline no longer served alcohol.
 Στην πτήση της επιστροφής, ο Μπομπ ζήτησε μια μπύρα από την αεροσυνοδό, αλλά η αεροπορική δεν πρόσφερε πλέον αλκοόλ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hostess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (at restaurant)hostess ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  υπεύθυνη υποδοχής πελατών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  υπάλληλος υποδοχής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Sean told the hostess how many people would be joining him, and she took him to a table.
hostess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (broadcast interviewer)παρουσιάστρια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The show's hostess accepted viewer phone calls at the end of the show.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
host,
f: hostess
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb]: receives guests) (σε σπίτι)οικοδεσπότης, οικοδέσποινα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 The host welcomed his guests.
 Ο οικοδεσπότης υποδέχτηκε τους καλεσμένους του.
 Η οικοδέσποινα υποδέχτηκε τους καλεσμένους της.
host nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (TV: presenter) (τηλεοπτική εκπομπή)παρουσιαστής, παρουσιάστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 The host of the program is a famous actor.
 Ο παρουσιαστής της εκπομπής είναι ένας διάσημος ηθοποιός.
host nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (carrier of parasite) (παράσιτου)ξενιστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The parasite's host could be any bird.
 Ο ξενιστής του παρασίτου μπορεί να είναι οποιοδήποτε πτηνό.
host nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (transplant recipient)δέκτης ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 The heart donor's family wanted to meet the host.
 Η οικογένεια του δωρητή της καρδιάς ήθελε να γνωρίσει τον δέκτη.
host nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (internet server)εξυπηρετητής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Accept the pop-up that asks if you want to connect to the host.
 Αποδέξου το αναδυόμενο παράθυρο που ρωτάει αν θέλεις να συνδεθείς στον εξυπηρετητή.
host [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (event: hold)διοργανώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)φιλοξενώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Which country is hosting the next Olympic Games?
 Ποια χώρα διοργανώνει τους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες;
host [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (receive as a guest)φιλοξενώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My uncle hosted the prime minister in his hotel.
 Ο θείος μου φιλοξένησε τον πρωθυπουργό στο ξενοδοχείο του.
host [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide internet server)παρέχω εξυπηρετητή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Which computer is hosting the connection?
 Ποιος υπολογιστής παρέχει τον εξυπηρετητή;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a host of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large quantity)πλήθος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πληθώρα, σωρεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was a host of nightingales, looking for food.
a host of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (army, multitude)στρατιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The soldiers trembled as they saw the great host of the enemy.
the host nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (eucharist bread) (καθολική εκκλησία)όστια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The priest served the host at the end of mass.
the host nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literary, dated (sun, moon, stars) (νύχτα)άστρα, αστέρια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  φεγγάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μέρα)ήλιος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 See how beautiful is the host of the night sky!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
hostess | host
ΑγγλικάΕλληνικά
air hostess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (female airline steward)αεροσυνοδός ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The air hostess served drinks to the passengers on the flight. The more current term for air hostess is flight attendant.
 Κατά τη διάρκεια της πτήσης, η αεροσυνοδός σέρβιρε ποτά στους επιβάτες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hostess' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [pushing, wheeling] the hostess trolley, see the hostess for a table, was greeted by the hostess at the [restaurant, hotel], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hostess στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hostess'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης