hospitality

Listen:
 [ˌhɒspɪˈtælɪti]


Inflections of 'hospitality' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": hospitalities

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hospitality nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (warm welcome)φιλοξενία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 People from this country are well known for their hospitality.
 Οι άνθρωποι από αυτήν τη χώρα είναι γνωστοί για τη φιλοξενία τους.
hospitality n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (of hotel industry)ξενοδοχειακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Irene spent 20 years working in the hospitality industry.
 Η Αϊρίν δούλεψε για 20 χρόνια στον ξενοδοχειακό τομέα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hospitality' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: works in the hospitality industry, hospitality jobs, a guest in the hospitality suite, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hospitality στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hospitality'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης