holy

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhəʊli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhoʊli/ ,USA pronunciation: respelling(hōlē)

Inflections of 'holy' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
holier
adj comparative
holiest
adj superlative
Inflections of 'holy' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": holies

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
holy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (religious)ιερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The priests read from their holy text.
 Οι ιερείς διάβαζαν από το ιερό τους κείμενο.
holy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (pious)άγιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The pope is a good man and is regarded as holy by his followers.
 Ο Πάπας είναι καλός άνθρωπος και θεωρείται άγιος από τους ακολούθους του.
holy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sacred)ιερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  άγιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The old cathedral contained several holy relics.
 Ο παλιός καθεδρικός περιείχε αρκετά ιερά λείψανα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Ascension Day,
Ascension
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Christian feast day)Ανάληψη ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 There will be a special evening service on Ascension Day.
 Θα υπάρξει έκτατη απογευματινή λειτουργία την ημέρα της Αναλήψεως.
Holy Bible nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christian sacred book)Βίβλος ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 The Holy Bible consists of two parts: the Old Testament and the New.
holy book nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (text sacred to a religion)ιερό βιβλίο επίθ + ουσ ουδ
 The Bible is considered a holy book by Christians.
holy bread nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christianity: host, Eucharist) (ορθόδοξη εκκλησία)πρόσφορο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθολική εκκλησία)όστια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Holy Communion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Catholicism: celebration of Eucharist)Θεία Ευχαριστία, Θεία Κοινωνία, Αγία Κοινωνία, Θεία Μετάληψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 For many people, receiving Holy Communion is the high point of the Mass.
Holy cow! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (astonishment)Ο Χριστός κι η Παναγία!, Θεέ και Κύριε! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Χριστούλη μου!, Παναγίτσα μου! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Αμάν! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Holy cow! What size is that diamond on your finger? Holy cow! I came close to hitting that car in front of me!
holy cow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] sacred) (μεταφορικά)ιερή αγελάδα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It is time to stop treating tourism as a holy cow which we must protect and nurture at all costs.
holy crap interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang, vulgar (expletive)όχι ρε γαμώτο, όχι ρε πούστη επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Holy crap! I can't believe you just said that!
holy day nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religious festival)θρησκευτική εορτή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Good Friday is a holy day in Catholic countries.
the Holy Father nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Roman Catholicism: the Pope)Πάπας ουσ αρσ κύρ
 Hundreds of people showed up in hopes of seeing the Holy Father in person.
Holy Ghost nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christian trinity: Holy Spirit)Άγιο Πνεύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Some of the old prayers and hymns still call the Holy Spirit the Holy Ghost.
the Holy Grail nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religion, mythology: sacred cup)Άγιο Δισκοπότηρο επίθ + ουσ ουδ κύρ
 The knights of the round table went on quests for the Holy Grail.
holy grail nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] much sought and prized) (μεταφορικά)άγιο δισκοπότηρο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Making anything viral is the holy grail of marketing.
holy mackerel interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (astonishment)Ο Χριστός κι η Παναγία!, Θεέ και Κύριε! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Χριστούλη μου!, Παναγίτσα μου! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Αμάν! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Holy mackerel! Did you see the size of that dog walking by?
holy man nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (priest, spiritual leader)πνευματικός, ιερωμένος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Holy Mary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christianity: mother of Jesus)Παναγία, Παρθένος Μαρία, Θεοτόκος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
holy matrimony nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marriage)δεσμοί γάμου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 By the power vested in me, by the State of X, I join you two in holy matrimony. You may now kiss the bride.
holy moly,
holy moley
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
US, informal, dated (exclamation) (καθομιλουμένη)Χριστός και Παναγία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Παναγίτσα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
holy Moses interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (expressing surprise or shock)Θεέ μου, Παναγία μου επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
holy of holies nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sacred place)άγια των αγίων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I was surprised to be invited into his office, the holy of holies!
Holy Office nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Catholicism: moral guardians)σώμα αξιωματούχων και καρδιναλίων που υπήρχε πριν τη δημιουργία της Συνόδου για το Δόγμα της Πίστης β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The Holy Office was replaced by the Congregation for the Doctrine of the Faith in the 20th century. The Holy Office was responsible for many of the atrocities of the Inquisition.
holy orders nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (rite of becoming ordained)τελετή χειροτονίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
holy orders nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (rank of Christian minister)ιερατικοί βαθμοί επίθ + ουσ αρσ πλ
holy place nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (somewhere sacred)ιερός τόπος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
holy place nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Bible: inner sanctuary) (θρησκεία)ιερό ναού, άδυτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Please show respect as this church is a holy place.
Holy Roman Empire nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (Germanic empire)Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
Holy Saturday nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (day before Easter Sunday)Μεγάλο Σάββατο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The disciples were in mourning on Holy Saturday because Jesus was dead.
Holy Scripture nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (Biblical writings)Αγία Γραφή επίθ + ουσ θηλ
 The preacher read a verse from the Holy Scripture.
 Ο ιεροκήρυκας διάβασε ένα στίχο από την Αγία Γραφή.
the Holy See nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Vatican)Αγία Έδρα φρ ως ουσ θηλ κύρ
 On Monday, the Holy See released a statement condemning the violence and calling for a peaceful resolution to the crisis.
Holy s*** interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang, vulgar (expressing shock) (καθομ, υβριστικό)γαμώτο επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Our plane leaves in an hour! "Holy s***! I thought we had five hours left!"
Holy Spirit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christian trinity: Holy Ghost)Άγιο Πνεύμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The Holy Spirit is the third person in the Christian Trinity.
Holy Thursday,
Maundy Thursday
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(day before Good Friday)Μεγάλη Πέμπτη επίθ + ουσ θηλ
 The disciples ate the Last Supper on Holy Thursday.
Holy Trinity,
Blessed Trinity,
Divine Trinity
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Christianity: God's threefold nature)Αγία Τριάδα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Σχόλιο: Usually preceded by 'the'
 The doctrine of the Holy Trinity states that there is one God in three persons: Father, Son, and Holy Spirit. Christians view the Divine Trinity as God the Father, God the Son, and God the Holy Spirit. Christians believe in the divinity of the Trinity.
holy war nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crusade, religious war)σταυροφορία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
holy water nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (water blessed by a priest)αγιασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Holy water is said to have miraculous healing powers.
Holy Week nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (week leading up to Easter)Μεγάλη Εβδομάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 During Holy Week there are many preparations to be made for Easter Sunday.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'holy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is holy to [Christians, Buddhists], a holy [site, place, temple, book], is a holy [man, priest], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση holy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'holy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης