WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
hollow [sth] out vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (make hollow, scoop out)βαθουλώνω, κοιλαίνω, σκάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We learned to hollow out a log to make a canoe.
hollow [sth] out vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (scoop, dig: a hole, etc.)σκάβω, ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
hollow [sth] out in [sth] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (scoop, dig: a hole, etc.)σκάβω κτ σε κτ, ανοίγω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 He hollowed out a place in the earth to bury the treasure.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hollow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (empty inside)κούφιος, κενός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κοίλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The ants had set up a colony in the hollow log.
 Τα μυρμήγκια είχαν φτιάξει μια αποικία μέσα στο κούφιο κούτσουρο.
hollow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (facial features: sunken)ρουφηγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  βαθουλωτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Cody's cheeks were hollow, and it looked like he hadn't slept in a few days.
 Τα μάγουλα του Κόντι ήταν ρουφηγμένα και φαινόταν να μην έχει κοιμηθεί για μέρες.
hollow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (victory, argument: meaningless)χωρίς νόημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ανούσιος, ανώφελος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (συνήθως λόγια)κούφιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 With more work as the only prize it seemed like a hollow victory.
 Με περισσότερη δουλειά ως μοναδικό έπαθλο έμοιαζε με ανούσια νίκη.
hollow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dip, depression)κοιλότητα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πιο μικρό)βαθούλωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The squirrel ducked out of sight in a hollow.
 Ο σκίουρος κρύφτηκε σε ένα βαθούλωμα.
hollow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (valley) (ρηχή)κοιλάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The town was nestled in the hollow between two mountains.
 Η πόλη ήταν χωμένη στην κοιλάδα ανάμεσα σε δυο βουνά.
hollow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (insincere)υποκριτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)κούφιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Jack's apology was nothing but hollow words.
hollow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (sound, voice: not resonant)κενός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  χωρίς αντίλαλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Karen let out a hollow laugh.
hollow shell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: empty carapace)κενό κέλυφος επίθ + ουσ ουδ
 During the summer, Cicadas molt and leave behind their hollow shells.
hollow shell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person: exhausted) (μεταφορικά)ράκος, κουρέλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The experience had left him a hollow shell, barely able to function.
hollow sound nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (resonant noise of [sth] empty)υπόκωφος ήχος επίθ + ουσ αρσ
hollow-cheeked adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (face: thin, unhealthy)με ρουφηγμένα μάγουλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
hollow-cheeked adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: with a gaunt face)με ρουφηγμένα μάγουλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
hollow-eyed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (eyes: appearing sunken)που έχει βαθουλωτά μάτια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hollow (out) στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hollow (out)'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης