Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

high contracting party


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο high παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: contracting | party

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in height)έχω ύψος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 That wall is eight feet high.
 Αυτός ο τοίχος έχει ύψος οκτώ πόδια.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (tall)ψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο, σπάνιο)υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It is a high wall.
 Είναι ένας ψηλός τοίχος.
 Είναι ένας υψηλός τοίχος.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (volume: loud)δυνατός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ψηλά, δυνατά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The music is too high. Turn it down!
 Η μουσική είναι πολύ δυνατή. Χαμήλωσε την!
 Η μουσική είναι πολύ ψηλά. Χαμήλωσέ την!
high nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (setting: maximum)δυνατό επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  (καθομιλουμένη)high ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Put the heat on high so we can warm up faster.
 Βάλε τη θέρμανση στο δυνατό για να ζεσταθούμε πιο γρήγορα.
 Βάλε τη θέρμανση στο high για να ζεσταθούμε πιο γρήγορα.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, figurative (intoxicated by drugs) (καθομιλουμένη)φτιαγμένος, μαστουρωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Joe's behaviour is so weird; I think he might be high.
 Η συμπεριφορά του Τζο είναι πολύ παράξενη. Νομίζω ότι μπορεί να είναι μαστουρωμένος.
high on [sth] adj + prep informal, figurative (intoxicated by a drug)έχω φτιαχτεί με, έχω μαστουρώσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι φτιαγμένος με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Danny was high on marijuana at the time and didn't notice anything.
 Ο Ντάνι ήταν φτιαγμένος με μαριχουάνα τότε και δεν κατάλαβε τίποτα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (quality: good)υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 CDs have very high quality recordings.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (quantity: lots) (πιο επίσημο)υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The number of rats in this city is very high.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (price: expensive)ακριβός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο)υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη, μτφ)τσιμπημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The price is too high, don't you think?
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lofty)υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He has high goals for his dictionary project.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (important)υψηλόβαθμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ανώτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 People usually did what the high official wanted.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (wind: strong)ισχυρός, δυνατός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The high winds blew over the tent.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fever: elevated) (επίσημο)υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her fever was high - over a hundred and three degrees Fahrenheit.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sports: over)ψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The kick was high and went over the goal.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (advanced) (επίπεδο)υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  προχωρημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 He communicated easily because of his high level of Spanish.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (music: above desired pitch)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 That piano is high; you should have it tuned.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (principal) (επίσημο)ύπατος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He was the High Commissioner of Jamaica.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (grave, serious) (επίσημο)έσχατος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The traitor was convicted of high treason.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (extravagant) (μεταφορικά)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πολυτελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 After winning the lottery, they lived the high life till they ran out of money.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, informal (intoxicated) (καθομιλουμένη)φτιαγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  με φτιάχνει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  φτιάχνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 This music makes me feel really high.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (remote)μακρινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  απόμακρος, απόμερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  απομακρυσμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 I often used to walk on the high plains.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of extreme opinions)ακραίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)εξτρεμιστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: This sense often refers to religious views.
 We suspect the vicar of having high church leanings.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (automotive: performance) (επίσημο)υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This is a really high performance car.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (gear ratio)υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Many sports cars are geared high to make them faster.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (baseball: pitch above the chest) (επίσημο)υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: Τα επίθετα «υψηλός» και «ψηλός» αναφέρονται σε ρίψη πάνω από τον θώρακα στο μπέιζμπολ.
 The high pitch was above the strike zone.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (cards)που έχει μαγαλύτερη αξία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When we play, ace is high.
high adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (level: elevated) (επίσημο)υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Kevin's chess-playing skills reached a high level.
high advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at a high level)ψηλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 They hiked high in the mountains.
high advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (with a high rank)ψηλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He rose high in the ranks of the army.
high advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at a high price) (επίσημο)με υψηλή τιμή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με μεγάλη τιμή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ακριβά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Unfortunately, she bought high, and then the stock went down.
high advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to a high degree)ψηλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Her fever ran high for three days before she recovered.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
aim high vi + adv (try to hit a high target)στοχεύω ψηλά ρ μ + επίρ
 You have to aim high when you shoot baskets.
aim high vi + adv figurative (aspire to do well) (μεταφορικά)στοχεύω ψηλά ρ μ + επίρ
  έχω υψηλούς στόχους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Jerry needs to aim high if he wants to get grades that are good enough to do Medicine at university.
career high nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greatest work achievement)μεγαλύτερο επίτευγμα της καριέρας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
come hell or high water advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (whatever the difficulties)βρέξει χιονίσει, ότι και να γίνει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Come hell or high water, I am going to finish this marathon.
from on high exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." literary (from the sky, from a high position)από ψηλά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 A great rumbling came from on high, and the sea began to part.
get high vi + adj figurative, slang (take drugs) (ναρκωτικά, αργκό)φτιάχνομαι, μαστουρώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό)κάνω κεφάλι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You can get high by sniffing glue, but it's quite likely to kill you.
get high on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, slang (take drugs) (αργκό)μαστουρώνω με κτ, φτιάχνομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 Aaron got high on crack cocaine.
get off your high horse v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (stop acting morally superior) (καθομιλουμένη)ξεκαβαλικεύω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  σταμάτα να κάνεις τον άγιο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  σταμάτα να το παίζεις υπεράνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
get on your high horse v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (act morally superior)κοιτάζω αφ' υψηλού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)το παίζω ανώτερος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)την ψωνίζω, καβαλάω το καλάμι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I know you think I'm wrong but there's no need to get on your high horse about it.
have friends in high places v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (have influential contacts)έχω γνωριμίες, έχω γνωριμίες με υψηλά ιστάμενους, έχω τα μέσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)έχω μπάρμπα απ' την Κορώνη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She got the job because she has friends in high places.
HDTV nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (high-definition television)τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
HF nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (high frequency)υψηλή συχνότητα επίθ + ουσ θηλ
HF n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." initialism (high frequency)υψηλής συχνότητας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  υψίσυχνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
hi-fi nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (high fidelity)υψηλής πιστότητας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
hi-fi n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." abbreviation (high-fidelity)ηχοσύστημα υψηλής πιστότητας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
high above advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (way up in the air)ψηλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I've never actually seen the Grand Canyon up close, I've only seen it from high above in an airplane.
high above preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (much higher than) (σε μεγάλο ύψος)πάνω από περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
high achiever nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (successful person)επιτυχημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
high and dry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (person: abandoned) (καθομιλουμένη)ξεκρέμαστος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  αβοήθητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο, μεταφορικά)επί ξύλου κρεμάμενος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When he left her, she found herself high and dry with no income and nowhere to live.
high and low advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (all over the place, everywhere)παντού, πάνω κάτω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I searched high and low for my glasses but couldn't find them.
high and mighty,
high-and-mighty
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(self-important, arrogant)που έχει καβαλήσει το καλάμι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He's been acting high and mighty since his promotion.
high beam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (headlights: bright setting) (για τα φώτα αυτοκινήτου)μεγάλη σκάλα, ψηλή σκάλα επίθ + ουσ θηλ
high beam,
high-beam
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(headlights: on bright setting) (για τα φώτα αυτοκινήτου)στη μεγάλη σκάλα, την ψηλή σκάλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
high beams nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (vehicle's strongest headlights)προβολείς αυτοκινήτου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Make sure not to use your high beams when driving through fog.
high birth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nobility, noble lineage)ευγενής καταγωγή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)τζάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Until quite recently a high birth would bestow one with many elite privileges, though not always great wealth.
high blood pressure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medicine: hypertension) (παθολογία)υπέρταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Exercise and diet are the best way to control high blood pressure.
high chair,
highchair
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(child's tall chair)καρεκλάκι μωρού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The restaurant provided a highchair for my 3-year-old son.
high class,
high-class
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(refined, of top quality) (υπηρεσία, μέρος)αριστοκρατικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (προϊόν)υψηλής ποιότητας, ανώτερης ποιότητας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
 Be well-dressed when you go to that restaurant, it's a high-class place!
high comedy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sophisticated form of comedy)ηθογραφική κωμωδία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 High comedy avoids the burlesque, slapstick and representations of low-life's that are apparent in low comedy.
high commissioner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ambassador, foreign representative)ύπατος αρμοστής έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I need a letter from the High Commissioner in order to apply for residency.
High Court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (law: High Court of Justice) (στην Αγγλία, Ουαλία)Πρωτοδικείο ουσ ουδ κύρκύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.
High Court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. Aus (law: highest court of appeal) (στην Αυστραλία)Ανώτατο Δικαστήριο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Εκδικάζει υποθέσεις όλων των ειδών.
High Court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. NZ (law: lower than Court of Appeal) (στη Νέα Ζηλανδία)Ανώτατο Δικαστήριο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Εκδικάζει υποθέσεις όλων των ειδών.
High Court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. Scotland (law: High Court of Justiciary) (στη Σκωτία)Πλημμελειοδικείο ουσ ουδ κύρκύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.
Σχόλιο: Εκδικάζει ποινικές υποθέσεις.
high court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often capitalized (law: country's highest court)Άρειος Πάγος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ανώτατο δικαστήριο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We disagree with the judge's verdict and will appeal to the High Court.
high culture nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (highbrow artforms)υψηλή τέχνη επίθ + ουσ θηλ
 One does not expect the masses to appreciate high culture.
high end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expensive range) (έμφαση στην τιμή)ακριβός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (έμφαση στην ποιότητα)ποιοτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη: τιμή)τσιμπημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη, μτφ: και τα δύο)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It's a nice handbag, but it's on the high end.
 Είναι ωραία τσάντα, αλλά ακριβή.
high expectations nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (strong ambitions for [sth/sb])υψηλές προσδοκίες, μεγάλες προσδοκίες επίθ + ουσ θηλ πλ
 Cameron's parents have high expectations for his future.
high explosive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (violently-reactive substance)ισχυρό εκρηκτικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The car bomb contained 20kg of high explosive.
high fashion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (designer clothing)υψηλή ραπτική φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The designer is one of the biggest names in high fashion.
high fever nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extremely elevated temperature)υψηλός πυρετός, ψηλός πυρετός επίθ + ουσ αρσ
 She had such a high fever that we took her to the emergency room.
high fidelity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (high-quality sound reproduction)υψηλή πιστότητα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective that precedes a noun.
high fidelity,
high-fidelity
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(sound reproduction: high quality)υψηλής πιστότητας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  hi-fi επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Before stereo was invented, people were excited to have "high-fidelity" systems in their homes.
high five nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (hand-slapping gesture) (καθομιλουμένη)κόλλα το έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κόλλα πέντε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Great job on the playing field! Give me a high five!
 Τα πήγες σπουδαία στο γήπεδο! Κόλλα το!
high frequency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (radio waves: 3-30 MHz)υψηλή συχνότητα επίθ + ουσ θηλ
high-frequency n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (radio waves: of 3-30 MHz)υψίσυχνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  υψηλής συχνότητας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
high-frequency n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (occurring often)που απαντάται συχνά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κοινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  υψηλής συχνότητας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 "And" is a high-frequency word in English.
into high gear exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (working quickly and hard)εντείνω την προσπάθειά μου, εντείνω τον ρυθμό μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
high gloss,
high gloss paint
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(shiny paint)γυαλιστερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I'd like high gloss paint for the window trim in my living room.
high heels nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (shoes with raised heels)ψηλοτάκουνα παπούτσια επίθ + ουσ ουδ πλ
  ψηλοτάκουνα επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Wearing high heels can cause long-term foot problems.
 Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια μπορούν να προκαλέσουν μακροχρόνια προβλήματα στα πόδια.
high heels nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (raised heels on shoes)ψηλά τακούνια επίθ + ουσ ουδ πλ
  τακούνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Shoes with high heels are fashionable but bad for your feet.
 Τα παπούτσια με ψηλά τακούνια είναι της μόδας αλλά όχι και τόσο καλά για τα πόδια.
high hopes nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (great expectations)μεγάλες προσδοκίες, υψηλές προσδοκίες επίθ + ουσ θηλ πλ
 Melissa has high hopes concerning her new job and its opportunites for advancement.
on your high horse exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (displaying haughty attitude) (μεταφορικά)θρόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  καλάμι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I see Irene's on her high horse again.
high ideals nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (idealistic outlook)υψηλά ιδανικά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I had high ideals when I was a student but am more realistic now.
high income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large earnings)υψηλό εισόδημα επίθ + ουσ ουδ
 You need a high income in order to live in central London.
high-income n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (with a higher than average income)με υψηλό εισόδημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει υψηλό εισόδημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 High-income taxpayers no longer receive child benefit.
high jinks nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (playful activity, boisterousness)ξεφάντωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 As soon as I leave the house my dogs begin their usual high jinks: barking, scratching, and chewing on the rug.
high jump nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: jumping over a high bar)άλμα εις ύψος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Britain won an Olympic gold medal in the high jump.
high jumper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sportsperson who jumps over a high bar)άλτης εις ύψος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I would love to be a high-jumper but am not tall enough.
high key nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (light tones)απαλά χρώματα, ανοιχτά χρώματα επίθ + ουσ ουδ πληθ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
high key,
high-key
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(light toned)απαλών χρωμάτων, ανοιχτών χρωμάτων φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
high mass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Roman Catholic church service) (θρησκεία)Καθολική λειτουργία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 As a child, the only thing I liked about going to High Mass was getting to drink some wine, and eat the wafer.
high net worth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (possession of valuable assets)μεγάλη περιουσία επίθ + ουσ θηλ
high net worth,
high-net-worth
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(company, individual: wealthy)που έχει μεγάλη περιουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει μεγάλο κεφάλαιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (άτομο)εύπορος, πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
high noon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (midday) (κυριολεκτικά: ακριβώς)μεσημέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)καταμεσήμερο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 At high noon, the sun is directly overhead; you can't see your shadow at the Equator.
high note nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (high-pitched musical note)ψηλή νότα, υψηλή νότα επίθ + ουσ θηλ
 He always hits the high notes.
high note nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (successful or positive point in time)ζενίθ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  κορυφαία στιγμή, καλύτερη στιγμή επίθ + ουσ θηλ
be high on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be enthusiastic, optimistic about) (καθομιλουμένη)είμαι ανεβασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη, αργκό)είμαι στα χάι μου ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
high paying,
high-paying
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(well remunerated)υψηλά αμειβόμενος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (καθομιλουμένη)καλοπληρωμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  με καλά λεφτά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 High-paying jobs are not common in the public sector.
high performer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] or [sth] successful)επιτυχημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
high performer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] or [sth] very productive.)παραγωγικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
high pitch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: high-scale frequency) (μουσική)υψηλός τόνος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 A dog whistle sounds at such a high pitch, that humans can't hear it -- but dogs can.
high pitch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (great intensity)μεγάλη ένταση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The excitement reached a high pitch when the home team scored a goal.
high pitched,
high-pitched
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(sound: having a high frequency) (κατά λέξη, επιστημονικό)υψίσυχνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  οξύς, διαπεραστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (φωνή)τσιριχτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 He startled her, and she let out a high-pitched squeal.
high places nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (biblical: places of worship) (Βιβλικό)χώροι λατρείας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 People who didn't worship the Jewish God often worshipped their many deities at local high places.
high point nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greatest moment)αποκορύφωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The high point of my holiday was the whale-watching trip.
high pressure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intense or stressful situation)πιεστική κατάσταση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She has been working under high pressure to pass her exams.
high pressure nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (oppressive weather conditions) (μετεωρολογία)υψηλή πίεση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 An area of high pressure is building over the Atlantic.
high-pressure n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (stressful)αγχωτικός, πιεστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που έχει πολλή πίεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She has a high-pressure job.
high prices nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (great costs)υψηλό κόστος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 High prices are bad news for consumers.
high price nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (great cost)υψηλό κόστος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We won the battle, but we paid such a high price in human lives, I wonder if it was worth it.
high price tag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (great cost, expense)υψηλή τιμή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 His rise to fame came with a high price tag; his wife and children left him.
high priest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literal (religion: head priest) (κυριολεκτικά)αρχιερέας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The high priest himself conducted the ritual sacrifice at the alter.
high priest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (leading figure) (μεταφορικά)ηγετική φιγούρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Sir Isaac Newton was once called the high priest of science.
high principles nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (strong moral code, ethical ideas)ηθικές αρχές έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She would never lie or cheat because she has very high principles.
high profile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (public prominence)επώνυμος, δημοφιλής, γνωστός, διάσημος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: επίθετα σε θέση ουσιαστικού
 He's able to maintain his high profile thanks to a lot of TV work.
high quality nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (excellence)υψηλή ποιότητα, εξαιρετική ποιότητα, άριστη ποιότητα επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)πρώτη ποιότητα επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: hyphen used when the term is before a noun
 The company guarantees a high quality of service.
high quality,
high-quality
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(excellent)υψηλής ποιότητας, εξαιρετικής ποιότητας, άριστης ποιότητας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (μεταφορικά)πρώτης ποιότητας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Businesses must produce high-quality goods to be competitive in international markets.
high rank nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military: high position) (στρατός)υψηλός βαθμός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
high rank nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (favourable rating)υψηλή κατάταξη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
high regard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (great esteem, respect)υψηλή εκτίμηση, ιδιαίτερη εκτίμηση επίθ + ουσ θηλ
  μεγάλος σεβασμός επίθ + ουσ αρσ
High Renaissance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (16th-century Italian art movement)υψηλή αναγέννηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
high resolution nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (images: sharp detail)υψηλή ανάλυση, υψηλή ευκρίνεια επίθ + ουσ θηλ
high resolution,
high-resolution
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(image: sharp, detailed)υψηλής ανάλυσης, υψηλής ευκρίνειας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
high rise nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tall apartment building)ουρανοξύστης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A lot of the highrises that were built in the 1960s have now been demolished.
high road nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (morally superior approach)ηθικολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
high roller nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (gambler who bets high sums)μεγάλος τζογαδόρος επίθ + ουσ αρσ
  τζογαδόρος που ποντάρει πολλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
high school nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (secondary education institution) (3 τελευταία χρόνια Ββάθμιας εκπαίδευσης)λύκειο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (3 πρώτα χρόνια Ββάθμιας εκπαίδευσης)γυμνάσιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The high school has a new French teacher.
 Το λύκειο έχει καινούριο καθηγητή γαλλικών.
 Το γυμνάσιο έχει καινούργιο καθηγητή γαλλικών.
highschool,
high-school
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(of secondary school) (15-18 χρονών)του λυκείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (12-15 χρονών)του γυμνασίου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The local high school football team beat the visitors.
 Η ποδοσφαιρική ομάδα του λυκείου της περιοχής νίκησε τη φιλοξενούμενη ομάδα.
 Η ποδοσφαιρική ομάδα του γυμνασίου της περιοχής νίκησε τη φιλοξενούμενη ομάδα.
high school graduate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US ([sb]: passed secondary-school)απόφοιτος λυκείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Very few high school graduates are able to speak a foreign language.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση high contracting party στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'high contracting party'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης