Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

herb Robert


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο herb παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Robert

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
herb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cookery: aromatic plant) (μαγειρική: αρωματικό)βότανο, μυρωδικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The soup was flavored with citrus and several kinds of herbs.
herb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medicinal plant) (ιατρική: θεραπευτικό)βότανο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My mom prefers to use medicinal herbs instead of pharmaceutical drugs.
herb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (botany: herbaceous plant) (βοτανική)βότανο, χόρτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The garden was filled with aromatic herbs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
dill,
dill herb
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(aromatic herb)άνηθος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  άνηθο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 They served us salmon in a lemon sauce with dill.
 Μας σέρβιραν σολομό σε σάλτσα λεμονιού με άνηθο.
dill herb,
dill
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(plant, food: herb) (αρωματικό βότανο)άνηθος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
herb bread nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bread containing herbs)ψωμί με μυρωδικά, ψωμί με βότανα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The herb bread was delicious but it had a weird greenish color.
herb farmer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who cultivates herbs)καλλιεργητής αρωματικών φυτών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
herb garden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (where herbs are grown)κήπος με βότανα φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
herbal tea,
herb tea
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(drink: plant infusion)τσάι από βότανα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I've reduced my coffee intake, and am drinking herbal tea instead.
herbalist,
herb doctor
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb] who offers herbal treatments)βοτανοθεραπευτής, βοτανοθεραπεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση herb Robert στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'herb Robert'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης