height

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhaɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/haɪt/ ,USA pronunciation: respelling(hīt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
height nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (measurement bottom to top)ύψος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 From the base to the top, the column has a height of four meters. Bob looks very tall - what is his height?
 Από τη βάση ως την κορυφή η κολώνα έχει ύψος τέσσερα μέτρα. Ο Μπομπ φαίνεται πολύ ψηλός, πόσο ύψος έχει;
height nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (quality: tallness)ύψος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)μπόι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 What Jane lacks in height, she makes up for in personality.
 Ότι λείπει σε μπόι, η Τζέιν το καλύπτει με την προσωπικότητά της.
height nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extent upwards)ύψος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 "I don't want to worry you," said Bridget to her co-pilot, "but we're losing height."
 Δεν θέλω να σε ανησυχήσω, είπε η Μπρίτζετ στον συγκυβερνήτη της, αλλά χάνουμε ύψος.
height nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (measure from bottom)ύψος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 From the base to the top, the column has a height of four meters.
height nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (high place, altitude)ύψος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (σημείο του εδάφους)υψόμετρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We can see the whole of London from this height.
 Μπορούμε να δούμε ολόκληρο το Λονδίνο από αυτό το ύψος.
heights nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (high places)ύψη ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 I won't climb to the top of the mountain; I really don't like heights.
 Δεν θα ανέβω στην κορυφή του βουνού· δεν μου αρέσουν τα ύψη.
height nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, often plural (summit, apex)ζενίθ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  αποκορύφωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)κορυφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 With his appointment as head of the Philosophy department, he has reached the height of his profession.
 Με τον διορισμό του ως επικεφαλής του τμήματος Φιλοσοφίας έφτασε στο ζενίθ της καριέρας του.
the height of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (utmost, ultimate)τελευταίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πιο εξελιγμένος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πλέον εξελιγμένος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)αιχμή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 When the telephone was first invented, it was the height of technology.
 Όταν πρωτοεφευρέθηκε το τηλέφωνο ήταν η αιχμή της τεχνολογίας.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Heights nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (in name of hilly place)Heights ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 My parents live in Washington Heights.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
height measurement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (how tall [sth], [sb] is)ύψος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
height of fashion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] popular)πολύ της μόδας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There was a time when mullets were the height of fashion.
medium-height,
medium height
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(averagely-tall)μέτριου ύψους, μεσαίου ύψους επίθ + ουσ ουδ
  (λόγιος)μετρίου ύψους επίθ + ουσ ουδ
  (ανθρώπος, ύψος)μέτριου αναστήματος, μεσαίου αναστήματος επίθ + ουσ ουδ
  (λόγιος)μετρίου αναστήματος επίθ + ουσ ουδ
Σχόλιο: hyphen omitted when term is an adj after a noun
 Amy is a medium-height woman with long brown hair.
raise the height of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make higher)σηκώνω, ανεβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When basketball players speak, we usually have to raise the height of the microphone.
row height nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spreadsheet: how tall cells are)ύψος γραμμής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'height' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [maximum, minimum, overall] height of, the height limit, has an adjustable height, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση height στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'height'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης