heeled

Listen:
US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(hēld)

Σε αυτή τη σελίδα: heeled, heel

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heeled adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (footwear: having heels)με τακούνια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Some people like wearing heeled shoes, but I prefer comfy flats.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (foot: rear part)φτέρνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (λόγιος)πτέρνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 James had huge calluses on his heels.
 Ο Τζέιμς είχε μεγάλους κάλους στις φτέρνες του.
heel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shoe: rear sole)τακούνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Harry scraped his name into the dirt with his heel while his mother talked to her friend.
 Ο Χάρι έγραψε το όνομά του στο χώμα με το τακούνι του όσο η μητέρα του μιλούσε με τη φίλη της.
heel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (palm: base of thumb)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Gary dug the heel of his hand into the dough.
Heel! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (dog command: follow!)Δίπλα!, Πάμε!, Μαζί! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Laura called to her dog, "Spot, heel!".
 Η Λάουρα φώναξε στον σκύλο της, «Σποτ δίπλα».
heel viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (dog command: follow) (σε κπ)μένω δίπλα ρ αμ + επίρ
 She commanded her dog to heel.
 Πρόσταξε τον σκύλο της να μείνει δίπλα της.
heels nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." informal (shoes: high-heeled)τακούνια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  ψηλοτάκουνα επίθ ως ουσ ουδ πλ
 Jen liked to wear heels because people seemed to respect her more when she was taller.
 Στην Τζεν άρεσε να φοράει τακούνια επειδή ο κόσμος έδειχνε να τη σέβεται περισσότερο όταν ήταν ψηλότερη.
heel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bread: crusty end of loaf)γωνία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My favourite part of the loaf is the heel.
 Το αγαπημένο μου μέρος της φραντζόλας είναι η γωνία.
heel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (end of bread loaf)γωνία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Ken always ate the heel of the bread because he liked chewing up the tough crust.
 Ο Κεν πάντα έτρωγε τη γωνία του ψωμιού επειδή του άρεσε να μασάει τη σκληρή κόρα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (oppression)καταπίεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)τυραννία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The people suffered under the heel of the dictator.
heel viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (ship: tilt) (για καράβι)γέρνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παίρνω κλίση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
heel vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put heels onto)βάζω τακούνι σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The shoemaker heeled the shoes.
heel [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (ship: cause to tilt)γέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω να γείρει, κάνω να πάρει κλίση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
heeled | heel
ΑγγλικάΕλληνικά
high-heeled adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (shoes: having raised heels)ψηλοτάκουνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Those high-heeled shoes are beautiful, but they'd be painful on my feet.
well-heeled,
well heeled
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (wealthy)πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εύπορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'heeled' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heeled στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'heeled'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης