heavy

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhɛvi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhɛvi/ ,USA pronunciation: respelling(hevē)


Inflections of 'heavy' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
heavier
adj comparative
heaviest
adj superlative
Inflections of 'heavy' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": heavies

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of great weight)βαρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Don't try to lift the box. It is heavy.
 Μην προσπαθήσεις να μετακινήσεις το κουτί. Είναι βαρύ.
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (intense)βαρύς, έντονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μτφ: βροχή)δυνατός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 That was a heavy rain we had last night.
 Χθες το βράδυ έπεσε δυνατή βροχή.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US (culinary: dense) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 In this recipe, we use heavy cream.
 Σε αυτή τη συνταγή βάζουμε κρέμα γάλακτος, πλήρη σε λιπαρά.
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (powerful)βαρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 To destroy the enemy, the army used the heavy artillery.
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sea: very choppy)τρικυμισμένος, φουρτουνιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  τρικυμιώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The boat sank in heavy seas.
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (excessive)βαρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He was a heavy drug user.
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (strict)αυστηρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My mother used to get really heavy with me when I misbehaved.
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (profound)βαθύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  βαθυστόχαστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 That is a really heavy thought, man.
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (gloomy)θλιβερός, στενάχωρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ζοφερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The death in the family led to a discussion of some heavy issues.
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." dated (pregnant)έγκυος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σε ενδιαφέρουσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  που περιμένει παιδί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She was heavy with child.
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (onerous)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (λόγιος)επαχθής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The heavy demands of his father caused him to leave home.
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (bread: not fully raised)δεν έχει φουσκώσει αρκετά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This bread is heavy because you did not use enough yeast.
heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (rich, difficult to digest)βαρύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The dense meat made for a heavy meal that you really felt in your stomach.
heavy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (role as [sb] mean)κακός, κακιά ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 John played the role of the heavy in the play, so he had to yell a lot.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
barytes,
heavy spar,
also US: barite
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(mineral: barium sulfate)βαρίτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  βαρύτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
heavy blow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literal (forceful punch or strike) (κυριολεκτικά)ισχυρό χτύπημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The boxer fell after taking a heavy blow from his opponent.
heavy blow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (emotional setback) (μεταφορικά)ισχυρό πλήγμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Not getting into her school of choice was a heavy blow.
heavy casualties nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (many people killed or injured)βαριές απώλειες επίθ + ουσ θηλ πλ
 France suffered heavy casualties in the Second World War.
heavy cream (US),
double cream (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(thick whipping cream)κρέμα σαντιγί ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
heavy demand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (popular need)μεγάλη ζήτηση, υψηλή ζήτηση επίθ + ουσ θηλ
 There's a heavy demand for these smaller cars, sir.
heavy drinker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (alcoholic)πότης, αλκοολικός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He was a heavy drinker before he joined Alcoholics Anonymous.
heavy-duty adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (strong) (δεν καταστρέφεται)μεγάλης αντοχής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αντοχής ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ανθεκτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεγάλη δραστικότητα)δυνατός, ισχυρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 These heavy-duty plastic bags cannot be ripped or torn easily. Morphine is a heavy-duty pain reliever.
 Αυτές οι πλαστικές σακούλες μεγάλης αντοχής δεν μπορούν να σκιστούν εύκολα.
 Η μορφίνη είναι ένα δυνατό παυσίπονο.
heavy-duty adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (intensive)εντατικής χρήσης φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
heavy-duty adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (prominent)βαρυσήμαντος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εξέχων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
heavy equipment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (industrial machinery)βαρύς εξοπλισμός επίθ + ουσ αρσ
  βαριά μηχανήματα επίθ + ουσ ουδ πλ
 Once the factory had been sold they removed the heavy equipment.
heavy going,
heavy-going
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(laborious, dull)επίπονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κοπιώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
heavy hand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (lack of tact or subtlety)αγαρμποσύνη, χοντράδα, αδιακρισία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The principal accused the teacher of using a heavy hand in correcting her students.
 Ο διευθυντής κατηγόρησε τη δασκάλα ότι διόρθωσε τους μαθητές της με αγαρμποσύνη.
heavy hand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lack of delicacy or gentleness) (κυριολεκτικά)τραχύτητα, έλλειψη λεπτότητας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
heavy hand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (oppressive force)δεσποτισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  αυταρχικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The state responded to the protests with a heavy hand, swiftly imprisoning thousands of people.
heavy heart nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (feeling of great sadness or regret)βαριά καρδιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She had a heavy heart as she stepped to the podium to deliver her best friend's eulogy.
heavy hitter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (powerful person or company) (μτφ: ισχυρός)μεγάλος παίκτης επίθ + ουσ αρσ
heavy load nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] that weighs a lot)βαρύ φορτίο επίθ + ουσ ουδ
 These lorries can carry extremely heavy loads.
heavy load nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (burden) (μεταφορικά)βαρύ φορτίο επίθ + ουσ ουδ
  μεγάλο βάρος επίθ + ουσ ουδ
 Bringing up three children on her own was a heavy load for Helen.
heavy meal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large or rich meal that is hard to digest)βαρύ φαγητό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That heavy meal kept me up all night with indigestion.
heavy metal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (metal with high density)βαρύ μέταλλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Heavy metals, like lead and mercury, are toxic and therefore are a frequent environmental problem.
heavy metal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hard rock music) (μουσική)χέβι μέταλ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: ξενικό,άκλιτο
 She was not pleased when her son's heavy metal band began practicing in the basement.
heavy petting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (kissing and cuddling)χάδια και φιλιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)χαμούρεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 When we were teenagers we frequently engaged in heavy petting, but never actually had intercourse.
heavy rain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (torrential rainfall)δυνατή βροχή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Heavy rain is forecast for the next few days, and there is a risk of severe flooding.
heavy seas nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (nautical: stormy conditions) (ναυτικό)φουρτούνα, φουρτουνιασμένη θάλασσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The heavy seas forced them to turn the boat around and head back to shore.
heavy sleeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who sleeps deeply)που κοιμάται βαριά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I've always been a heavy sleeper - I hardly ever wake up during the night.
heavy smoker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who smokes a lot)αρειμάνιος καπνιστής έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He died from lung cancer because he had been a heavy smoker all his life.
heavy squall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sudden wind)δυνατή ριπή ανέμου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αρκετή διάρκεια)θύελλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ανεμοθύελλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Then we encountered a heavy squall that snapped the mast in two.
heavy step nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (loud footfall) (μεταφορικά)βαρύ βήμα επίθ + ουσ ουδ
heavy transport nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large haulage vehicles)βαρέα οχήματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Heavy transport was banned from passing through the village, because the vibrations were undermining the older houses.
heavy usage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extreme consumption or use) (κατανάλωση)βαριά κατανάλωση, υπερβολική κατανάλωση επίθ + ουσ θηλ
  υπερκατανάλωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (χρήση)υπερβολική χρήση επίθ + ουσ θηλ
 Heavy usage of alcohol has ruined Jim's health.
heavy water,
deuterium oxide
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(in nuclear reactors) (χημεία)βαρύ ύδωρ επίθ + ουσ ουδ
 Heavy water is an ingredient used in reactors to convert uranium into plutonium.
heavy-handed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (severe, oppressive)καταπιεστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αυστηρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
heavy-handed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (clumsy)αδέξιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)ατσούμπαλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
heavy-handedness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, uncountable (severity, oppressiveness)σκληρότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βαναυσότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
heavy-handedness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, uncountable (clumsiness)αγαρμποσύνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
heavy-laden adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (heavily loaded)πολύ φορτωμένος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  βαρυφορτωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
heavy-laden adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: burdened)πιεσμένος, ζορισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
heavy-set adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (overweight, fat)παχύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εύσωμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 A heavy-set security guard was standing in front of the embassy.
heavyhearted (US),
heavy-hearted (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (sad, despondent)μελαγχολικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  στενοχωρημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  θλιμμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  δυστυχισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
top-heavy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (too heavy on top)βαρύς στο πάνω μέρος, με πολύ βάρος στο πάνω μέρος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
weigh,
weigh heavy
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
figurative (be heavy: on one's mind) (μεταφορικά)βαραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
with a heavy heart advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (solemnly, sadly) (μεταφορικά)με βαριά καρδιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 With a heavy heart, the woman scattered her father's ashes into the sea.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'heavy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [nightclub, mobster's, president's] heavies, a heavy [man, woman, person, boy], (threatened to) set his heavies on them, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heavy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'heavy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης