heaving

Listen:


From the verb heave: (⇒ conjugate)
heaving is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: heaving, heave

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heaving nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rolling movement)κυματισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)ανεβοκατέβασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
heaving adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (rolling)κύλισμα, κυμάτισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The heaving ship bobbed like a cork in the rough water.
heaving nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (retching, vomiting)εμετός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (αργκό)ξέρασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
heaving adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, slang (crowded with people) (ανεπίσημο)φουλ, φίσκα επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (μεταφορικά)γεμάτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
heaving with [sth] adj + prep UK, slang (crowded)γεμάτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)φίσκα επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heave [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pull, haul) (με κόπο)σηκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  τραβάω, σέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Peter heaved his friend to his feet.
 Ο Πήτερ σήκωσε όρθιο τον φίλο του.
heave [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (throw: [sth] heavy) (με κόπο)πετάω, ρίχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κατά λέξη)σηκώνω με κόπο και ρίχνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Kate heaved the old couch into the dumpster.
 Η Κέιτ πέταξε με κόπο τον παλιό καναπέ στον κάδο απορριμάτων.
heave viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (chest: rise and fall) (μεταφορικά)φουσκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Kim's chest heaved with exertion at the end of the race.
 Το στήθος της Κιμ φούσκωσε από την προσπάθεια στο τέλος του αγώνα.
heave viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (retch, vomit) (μεταφορικά)ανακατεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Peter's stomach heaved when he got off the roller coaster.
 Το στομάχι του Πήτερ ήταν ανακατευόταν μόλις κατέβηκε από το τραινάκι του λούνα παρκ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heave nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of throwing)βολή, ρίψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)ρίξιμο, πέταμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 George threw the log with a heave.
heaves nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (retching)ρέψιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The complaints about the awful food were drowned out by Seth's heaves coming from the bathroom.
heave on [sth] vi + prep (pull, haul)τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The workers heaved on the rope to pull the tree down.
heave to vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (ship: stop)σταματώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)δένω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The boat heaved to at the dock.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heaving στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'heaving'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης