heavenly

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhɛvənli/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(hevən lē)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heavenly adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (religion)ουράνιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  θείος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (λόγιος)παραδείσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Religious people believe that being a good person now will earn heavenly rewards after death.
heavenly adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (really good) (μεταφορικά)παραδεισένιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ονειρεμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This pudding tastes heavenly. After a long day, there is nothing more heavenly than a long, hot bath and then sliding between clean sheets.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
heavenly body nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (celestial object: star, planet, etc.)ουράνιο σώμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Get a telescope for more in-depth study of heavenly bodies.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'heavenly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: religion: our Heavenly Father, religion: the Heavenly Kingdom, saw a heavenly [star, planet, constellation, light], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heavenly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'heavenly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης