heaven

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhɛvən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhɛvən/ ,USA pronunciation: respelling(hevən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heaven nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religion: God's place) (θρησκεία)παράδεισος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μεταφορικά)ουρανός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 All the angels in heaven are watching over us.
 Όλοι οι άγγελοι του παραδείσου μας προστατεύουν.
heaven nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religion: afterlife)παράδεισος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μεταφορικά, συχνά πληθυντικός)ουρανός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She died and went to heaven.
 Πέθανε και πήγε στον παράδεισο.
heaven nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (state of great happiness)παράδεισος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 This is just heaven. Why can't we live in the Caribbean?
 Εδώ είναι παράδεισος. Γιατί δεν μπορούμε να μείνουμε στην Καραϊβική;
the heavens nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." literary (the sky)οι ουρανοί ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The heavens shook and the earth trembled.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
for heaven's sake interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing frustration)για όνομα του θεού! έλεος! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 For heaven's sake, why do you keep doing that?
heaven and earth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (the whole universe)σύμπαν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ουρανός και γη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The chief inspector vowed he would move heaven and earth to bring the killers to justice.
Heaven helps those who help themselves. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (Take action.)συν Αθηνά και χείρα κίνει εκφρ
 She prayed that he would notice her, but Heaven helps those who help themselves.
Heaven knows! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (I don't know)Ένας Θεός ξέρει! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Ποιος ξέρει; έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
heaven knows exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (It is uncertain)Ένας Θεός ξέρει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Heaven knows how long it will take them in this traffic.
heaven knows exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (it is certain that)Ένας Θεός ξέρει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I never was able to get him to keep his room neat, but heaven knows I tried!
heaven of heavens nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religion: highest heaven) (θρησκεία)παράδεισος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I hope, in the after-life, I will go to the heaven of heavens.
heaven on earth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (paradise)επίγειος παράδεισος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 This seaside vacation has been heaven on earth.
heaven-sent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (welcome, timely) (π.χ. θεόσταλτη ευκαιρία)θεόσταλτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
manna from heaven nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Bible: food from heaven)μάννα εξ ουρανού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 God sent down manna from heaven to the faithful people, and they were able to survive their trials.
manna from heaven nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (spiritual nourishment)μάννα εξ ουρανού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
manna from heaven nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] good, unexpected) (μεταφορικά)μάννα εξ ουρανού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The inheritance I received from my great-great-aunt was like manna from heaven.
move heaven and earth v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (do everything in one's power) (μεταφορικά)κινώ γη και ουρανό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If I could I would move heaven and earth to make him well again. I will move heaven and earth to achieve my goals.
 Αν μπορούσα θα κινούσα γη και ουρανό για να τον κάνω πάλι καλά. Θα κινήσω γη και ουρανό για να επιτύχω τους στόχους μου.
seventh heaven,
Seventh Heaven
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(religion: highest level of heaven) (θρησκεία)έβδομος ουρανός επίθ + ουσ αρσ
seventh heaven nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (state of intense happiness) (μεταφορικά: απόλυτη ευτυχία)έβδομος ουρανός επίθ + ουσ αρσ
Σχόλιο: Usually, 'in seventh heaven.'
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'heaven' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [cat, dog] heaven, a heaven-sent [rain, opportunity, gift], the [Christian, Jewish, Islamic] idea of heaven, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heaven στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'heaven'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης