heatwave

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhiːtweɪv/


Σε αυτή τη σελίδα: heatwave, heat wave

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heatwave nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (period of hot weather)καύσωνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A heatwave in January is unusual for this part of the country.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heat wave nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (period: very hot weather)καύσωνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Experts have predicted a heat wave for most of the U.K. during early August.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heatwave στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'heatwave'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης