Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

heating degree-day


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο heating παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: degree-day
Σε αυτή τη σελίδα: heating, heat

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heating nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of building)θέρμανση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)καλοριφέρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The management let the employees go home when the heating gave out in the building in January.
 Η διοίκηση επέτρεψε στους υπαλλήλους να πάνε σπίτι, όταν η θέρμανση του κτιρίου σταμάτησε να λειτουργεί τον Ιανουάριο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (great warmth) (μορφή ενέργειας)θερμότητα, ζέστη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You could feel the heat of the fire.
 Μπορούσε κανείς να νιώσει τη θερμότητα (or: ζέστη) της φωτιάς.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (building: heating)θέρμανση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Is the heat on in the house? It is cold in here.
 Είναι αναμμένη η θέρμανση στο σπίτι; Κάνει κρύο εδώ μέσα.
heat [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make hot)θερμαίνω, ζεσταίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The directions say to heat the water to room temperature.
 Οι οδηγίες λένε να θερμάνουμε το νερό σε θερμοκρασία δωματίου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (temperature)θερμοκρασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Cook the meat at high heat.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of a body)θερμότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He hugged his daughter to warm her with the heat of his body.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of a fever)ζέστη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  θερμοκρασία επίθ + ουσ θηλ
  υψηλή θερμοκρασία επίθ + ουσ θηλ
 I could feel the fever in the heat of his body.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hot weather)ζέστη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αρνητική έννοια)καύσωνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The heat here in summer brings in lots of tourists.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hot season)ζεστή επόχη επίθ + ουσ θηλ
  ζέστη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μτφ: υπερβολική ζέστη)καύσωνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 During the cooler months they worked, but could do little during the heat.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports: race division)προκριματικός επίθ ως ουσ αρσ
 The winner of the third heat ran faster than the better-known competitors.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (baseball: fast pitches)γρήγορες ρίψεις επίθ + ουσ θηλ πλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The new player wasn't used to the heat thrown by major league pitchers.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: sexual arousal) (λόγιος)οίστρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Female dogs are in heat only once a year. What time of year are deer in heat?
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intensity of emotion)ζέση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κορυφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
heat [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (inflame with emotion) (μεταφορικά)ανεβάζω το θερμόμετρο σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)ανάβω τα αίματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She heated the conversation with the mention of his ex-wife.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
heating | heat
ΑγγλικάΕλληνικά
central heating nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (system for heating a building)κεντρική θέρμανση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Most homes in Mexico don't have central heating because it rarely gets very cold.
 Τα περισσότερα σπίτια στο Μεξικό δεν έχουν κεντρική θέρμανση, καθώς σπάνια κάνει πολύ κρύο.
electric heating nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heating system that uses electricity)ηλεκτρική θέρμανση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
gas heating nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heating system powered by gas)θέρμανση με αέριο ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Gas heating is cheaper than oil in the area where I live.
heating coil nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heated wire)θερμαντικό σπείρωμα επίθ + ουσ ουδ
heating element nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heater part)θερμαντικό στοιχείο επίθ + ουσ ουδ
heating pad nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (compress for pain relief)θερμαντική κομπρέσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
solar heating nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (warmth generated by the sun)θέρμανση με ηλιακή ενέργεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Solar heating is a great alternative to electrical heating.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heating degree-day στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'heating degree-day'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης