heat

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhiːt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/hit/ ,USA pronunciation: respelling(hēt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (great warmth) (μορφή ενέργειας)θερμότητα, ζέστη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You could feel the heat of the fire.
 Μπορούσε κανείς να νιώσει τη θερμότητα (or: ζέστη) της φωτιάς.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (building: heating)θέρμανση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Is the heat on in the house? It is cold in here.
 Είναι αναμμένη η θέρμανση στο σπίτι; Κάνει κρύο εδώ μέσα.
heat [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make hot)θερμαίνω, ζεσταίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The directions say to heat the water to room temperature.
 Οι οδηγίες λένε να θερμάνουμε το νερό σε θερμοκρασία δωματίου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (temperature)θερμοκρασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Cook the meat at high heat.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of a body)θερμότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He hugged his daughter to warm her with the heat of his body.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of a fever)ζέστη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  θερμοκρασία επίθ + ουσ θηλ
  υψηλή θερμοκρασία επίθ + ουσ θηλ
 I could feel the fever in the heat of his body.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hot weather)ζέστη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αρνητική έννοια)καύσωνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The heat here in summer brings in lots of tourists.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hot season)ζεστή επόχη επίθ + ουσ θηλ
  ζέστη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μτφ: υπερβολική ζέστη)καύσωνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 During the cooler months they worked, but could do little during the heat.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports: race division)προκριματικός επίθ ως ουσ αρσ
 The winner of the third heat ran faster than the better-known competitors.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (baseball: fast pitches)γρήγορες ρίψεις επίθ + ουσ θηλ πλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The new player wasn't used to the heat thrown by major league pitchers.
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: sexual arousal) (λόγιος)οίστρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Female dogs are in heat only once a year. What time of year are deer in heat?
heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intensity of emotion)ζέση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κορυφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
heat [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (inflame with emotion) (μεταφορικά)ανεβάζω το θερμόμετρο σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)ανάβω τα αίματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She heated the conversation with the mention of his ex-wife.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
heat [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (food: warm through)ζεσταίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'll heat up your dinner whenever you get home.
 Θα σου ζεστάνω το φαγητό ότι ώρα έρθεις σπίτι.
heat up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (become hot)ζεσταίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  θερμαίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The house heated up during the day.
 Το σπίτι ζεστάθηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας.
heat up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, figurative (intensify) (μεταφορικά)ανάβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The discussion heated up once it turned to religion.
 Η συζήτηση άναψε μόλις αναφέρθηκε στη θρησκεία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
body heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (warmth produced by the body)θερμοκρασία σώματος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The mountain climbers huddled together to share their body heat when they were trapped by the storm.
dead heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: tie, joint win, draw)ισοπαλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Not even the photograph could distinguish the winner, so the race was declared a dead heat.
electric heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heat generated by electricity)ηλεκτρική θέρμανση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
give off heat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (emit warmth) (θερμότητα)εκπέμπω, αναδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Traditional incandescent light bulbs give off heat, primarily; the light is a by-product.
 Οι παραδοσιακοί λαμπτήρες πυρακτώσεως αρχικά εκπέμπουν θερμότητα. Το φως είναι υποπροϊόν.
give out heat vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (radiate warmth) (θερμότητα)εκπέμπω, αναδύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 That little furnace certainly gives out a lot of heat for its size.
heat energy,
thermal energy
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(form of energy)θερμική ενέργεια επίθ + ουσ θηλ
heat engine (thermodynamics)θερμικός κινητήρας επίθ + ουσ αρσ
  θερμική μηχανή επίθ + ουσ θηλ
heat exhaustion,
heat prostration
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(dehydration from heat exposure)θερμοπληξία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Working outdoors in hot weather, one must be careful not to reach the point of heat exhaustion.
heat gun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hot-air device to strip paint, etc.)πιστόλι θερμού αέρα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
heat lamp nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (infrared light used for physical therapy)λάμπα υπέρυθρης ακτινοβολίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Once the chicks hatched, they were placed under a heat lamp.
heat lotion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ointment: muscle rub)θερμαντική κρέμα, θερμαντική αλοιφή επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)θερμαντική επίθ ως ουσ θηλ
 He rubbed his sprained ankle with heat lotion.
heat rash (pathology) (επίσημο)θερινή ιδρώα επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)δρωτσίλες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
heat shield (aerospace)θερμική ασπίδα επίθ + ουσ θηλ
  χιτώνιο θερμικής προστασίας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
heat sink nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] that absorbs heat)απαγωγός θερμότητας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
heat source nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] that generates warmth)πηγή θερμότητας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Our sun provides a heat source that makes life on this planet possible.
heat therapy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physical treatment using infrared light)θεραπεία με υπεριώδη ακτινοβολία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
heat treatment,
heat treating
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(metalworking process)θερμική κατεργασία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Heat treatment may be used to strengthen metals.
heat treatment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physical therapy)θεραπεία με υπεριώδη ακτινοβολία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Giving localized heat treatment to sprained muscles can help them heal faster.
heat wave nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (period: very hot weather)καύσωνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Experts have predicted a heat wave for most of the U.K. during early August.
heat-seeking adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (can detect and follow warmth)που ανιχνεύει τη θερμότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
heat-sensitive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (responding to heat)θερμοευαίσθητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
in heat,
on heat
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(female animal: ready to mate)σε οίστρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει οίστρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 In many species of animal, the female is only in heat for a few weeks at a time.
in the heat of the moment exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in anger, passion)πάνω στην ένταση της στιγμής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εν βρασμώ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The couple lost all common sense in the heat of the moment.
intense heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extremely hot conditions)καύσωνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The intense heat caused the glass to melt.
medium heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cookery: moderate temperature)μεσαία θερμοκρασία, μέτρια θερμοκρασία επίθ + ουσ θηλ
 Place a pan over a medium heat and fry the onions gently.
prickly heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (itchy swelling on skin)ερυθρά ιδρώα επίθ + ουσ θηλ
scorching heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heat: intense, burning)ανυπόφορη ζέστη επίθ + ουσ θηλ
 Working in front of the blast furnace, I was exposed to scorching heat every day.
scorching heat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extremely hot, sunny weather)καύσωνας επίθ + ουσ θηλ
  ανυπόφορη ζέστη επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)σκάει ο τζίτζικας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 In scorching heat it's a good idea to keep your pets inside.
take the heat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, slang (be blamed)παίρνω την ευθύνη, αναλαμβάνω την ευθύνη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)παίρνω το βάρος πάνω μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
waste heat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (allow warmth to escape)χάνω θερμότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σπαταλάω θερμότητα, σπαταλώ θερμότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 They waste heat by leaving the doors open.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'heat' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: heat the [soup, tea, food] (up), [scalding, scorching, burning, intolerable] heat, heat transfer, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heat στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'heat'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης