hearing

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhɪərɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhɪrɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(hēring)

From the verb hear: (⇒ conjugate)
hearing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: hearing, hear

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ability to hear)ακοή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tom's hearing was starting to get worse in his old age.
 Η ακοή του Τομ άρχισε να χειροτερεύει λόγω της μεγάλης ηλικίας του.
hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (to state your side)ακρόαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The suspect was brought into a hearing.
 Έφεραν τον κατηγορούμενο για ακρόαση.
hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (earshot) (μπορεί να ακουστεί)κοντινή απόσταση επίθ + ουσ θηλ
  (μπορεί να ακουστεί)κοντά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Jim was within hearing when he insulted his boss to his coworker, and lost his job.
 Ο Τζιμ βρισκόταν σε αρκετά κοντινή απόσταση όταν προσέβαλε το αφεντικό στο συνάδερφό του κι έτσι ακούστηκε κι έχασε τη δουλειά του.
 Ο Τζιμ βρισκόταν αρκετά κοντά όταν προσέβαλε το αφεντικό στο συνάδερφό του κι έτσι ακούστηκε κι έχασε τη δουλειά του.
hearing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (able to hear)που ακούει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ακούων μτχ ενέστ
 The deaf student played together with her hearing classmates.
 Η κωφή μαθήτρια έπαιζε μαζί με τους ακούοντες συμμαθητές της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (government)συνεδρίαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The senator spoke at the hearing.
 Ο γερουσιαστής μίλησε στη συνεδρίαση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sound: perceive)ακούω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He heard a crash in the kitchen and went to see what had happened.
 Άκουσε έναν κρότο στην κουζίνα και πήγε να δει τι έγινε.
hear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (detect sound of)ακούω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (προσπαθώ να ακούσω)αφουγκράζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Can you hear the train whistle?
 Ακούς το τρένο που σφυρίζει;
hear viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sound: be able to perceive)ακούω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She can no longer hear well and is becoming deaf.
 Δεν ακούει πλέον καλά και παθαίνει κώφωση.
hear,
hear that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(information: receive) (ότι, πως)ακούω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μαθαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)πληροφορούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Did you hear that Mr. Johnson has died?
 Έμαθες ότι ο κύριος Τζόνσον πέθανε;
hear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be in audience)ακούω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παρακολουθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We went to hear the concert in the park.
 Πήγαμε να παρακολουθήσουμε τη συναυλία στο πάρκο.
hear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (consider officially)πραγματοποιώ ακρόαση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The court will hear his testimony on Tuesday.
 Το δικαστήριο θα πραγματοποιήσει την ακρόαση της μαρτυρίας του την Τρίτη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hear interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" UK (imperative: endorse)Μπράβο! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 The Members of Parliament cried, "Hear, hear!"
hear viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (listen with favour)ακούω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The manager will hear with sympathy, if you present your argument calmly.
hear vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (listen to)ακούω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Will you please hear what I have to say?
hear [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mass: attend)παρακολουθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We hear Mass every Sunday morning.
hear vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (understand)καταλαβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I hear you, but I don't agree.
hear [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (listen with favor)εισακούω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εισακούομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)ακούω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (λόγιος)τείνω ευήκοον ους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: This sense is often used in a religious context.
 Pray for forgiveness and the Lord will hear you.
 Προσευχήσου για συγχώρεση και ο Κύριος θα σε εισακούσει.
 Προσευχήσου στον Θεό για συγχώρεση και οι προσευχές σου θα εισακουστούν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
hearing | hear
ΑγγλικάΕλληνικά
good hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ability to hear clearly)καλή ακοή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My grandmother does not have good hearing so you need to speak clearly to her.
hard of hearing,
hard-of-hearing
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(partially deaf)βαρήκοος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: hyphens used when term is before a noun
 My grandfather is hard of hearing, so don't bother talking to him from across the room.
the hard of hearing nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." invariable (partially-deaf people)άτομα με προβλήματα βαρηκοΐας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βαρήκοοι επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Subtitles are provided for the deaf and hard of hearing.
hearing aid nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device worn by the hard of hearing)ακουστικό βαρηκοΐας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (καθομιλουμένη)ακουστικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She's growing deaf, but refuses to wear a hearing aid.
 Κουφαίνεται σιγά σιγά, αρνείται όμως να φορέσει ακουστικό βαρηκοΐας.
hearing aid specialist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expert in devices for the hard of hearing)που ειδικεύεται στα ακουστικά για βαρύκοους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
hearing and speech impaired adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (partially deaf with speaking difficulties)που αντιμετωπίζει πρόβλημα ακοής και ομιλίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 In this classroom, there is one child who is hearing and speech impaired.
hearing distance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (audible range)απόσταση ακοής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 As you age your hearing distance is reduced.
hearing impaired,
hearing-impaired
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(partially deaf)βαρήκοος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
 Her parents were hearing impaired, and so she learned language from birth.
 Οι γονείς της ήταν βαρήκοοι κι έτσι έμαθε τη γλώσσα από τη γέννησή της.
the hearing impaired nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (partially deaf)άτομα με προβλήματα ακοής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (παλαιότερος τύπος)βαρήκοοι επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 The film has subtitles for the hearing impaired.
hearing impairment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (partial deafness)μερική κώφωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I'm sorry to say that a hearing aid won't be of use with your type of hearing impairment.
hearing loss nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (diminished ability to hear)απώλεια ακοής έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 As a result of the explosion he suffered hearing loss.
I look forward to hearing from you exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." written, slightly formal (application, request: signing off)αναμένω την απάντησή σας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αναμένω με ανυπομονησία την απάντησή σας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  θα χαρώ να έχω νέα σας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  προσβλέπω στην ανταπόκρισή σας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Thank you for your attention, and I look forward to hearing from you soon.
impaired hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (partial deafness)μερική κώφωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He suffered from impaired hearing following the explosion.
loss of hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (partial or total deafness)απώλεια ακοής έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Many people experience loss of hearing as they grow older.
original hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: first session in court) (σε δικαστήριο)αρχική ακρόαση, πρώτη ακρόαση επίθ + ουσ θηλ
preliminary hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (initial court session)προκαταρκτική ακρόαση επίθ + ουσ θηλ
 The defendant brought two attorneys to the preliminary hearing.
public hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: open to community)δημόσια ακρόαση, ανοιχτή ακρόαση επίθ + ουσ θηλ
sense of hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ability to detect sound)αίσθηση της ακοής έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Her sense of hearing was so good she could hear a cricket from 100 yards away.
settlement hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (court session held to reach an agreement) (νομική επίλυση διαφορών)ακρόαση για διακανονισμό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
within hearing range advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (closely enough to be heard)σε ακτίνα ακοής επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 She insulted me in a loud enough voice that everyone within hearing range turned to look.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hearing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the hearing date has been [set, announced], has hearing [trouble, problems], suffers from hearing loss, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hearing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hearing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης