heap

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhiːp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/hip/ ,USA pronunciation: respelling(hēp)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pile, mound)σωρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  στοίβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά: μεγάλο)βουνό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The worker piled a bunch of rocks into a heap.
 Ο εργάτης έφτιαξε μια στοίβα από πέτρες.
a heap of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pile, mound)σωρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  στοίβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά: μεγάλο)βουνό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Peter piled a big heap of mashed potatoes onto his plate.
 Ο Πίτερ έβαλε ένα βουνό πουρέ στο πιάτο του.
fall in a heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: collapse)σωριάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The boxer fell in a heap when he was hit in the chin.
 Ο μποξέρ σωριάστηκε όταν δέχθηκε χτύπημα στο πηγούνι.
a heap of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (untidy pile)σωρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  στοίβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά: μεγάλο)βουνό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 There's a heap of dirty laundry in the laundry room.
 Υπάρχει μια στοίβα βρώμικα ρούχα στο πλυσταριό.
a heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang (a lot) (καθομιλουμένη)φοβερά πολύ, απίστευτα πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Thanks for taking me to the concert. I enjoyed it a heap!
 Σε ευχαριστώ που με πήρες στη συναυλία. Μου άρεσε απίστευτα πολύ!
a heap of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang (a lot of) (μεταφορικά, καθομ)ένα σωρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  άπειρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  άπλετος, άφθονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Since I retired I've got a heap of time on my hands.
 Από τότε που πήρα σύνταξη έχω άπειρο χρόνο στη διάθεσή μου.
heaps of [sth] nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (a lot of) (μεταφορικά)ένα σωρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)άπειρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  άπλετος, άφθονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The fisherman caught heaps of fish, he nearly sunk his boat.
 Ο ψαράς έπιασε ένα σωρό ψάρια και παραλίγο να βουλιάξει η βάρκα του.
heap [sth] on [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pile [sth] on top) (κτ πάνω σε κτ)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κατά λέξη)βάζω σχηματίζοντας έναν σωρό β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Kate heaped sour cream onto her baked potato.
 Η Κέιτ έβαλε ξυνή κρέμα πάνω στην ψητή πατάτα της.
heap [sth] on [sb] vtr + prep figurative, informal (overburden)δίδω ένα σωρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The king heaped rewards on his men.
 Ο βασιλιάς έδωσε ένα σωρό βραβεία στους άνδρες του.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heaps advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (a lot)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη)τρελά πολύ, απίστευτα πολύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (για συναισθήματα)τρελά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I love you heaps.
heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative, slang (unreliable car)σακαράκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Fred was still driving his old heap around, even though he had plenty of money to upgrade.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
heap [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (form into pile)συσσωρεύω, στοιβιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bottom of the heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative ([sth] or [sb] very lowly) (μεταφορικά)πάτος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
compost heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rotting material: fertilizer)λίπασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We put all our kitchen scraps in the compost heap.
end up on the scrap heap v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (be discarded)καταλήγω στα παλιοσίδερα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι για τα παλιοσίδερα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
garbage heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (rubbish pile)σωρός σκουπιδιών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
heap praise on [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (commend highly)επαινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Teachers heap praises upon students that always do their work.
muckheap,
muck heap,
muck-heap
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(pile of manure or garbage)σωρός κοπριάς φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
scrap heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (junk yard) (το μέρος)μάντρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (σε εκφράσεις, για κάτι που πάλιωσε)παλιοσίδερα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 After I wrecked my old car in a crash it was ready for the scrap heap.
slag heap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pile of waste)σωρός σκωρίας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 Lead can leach out of slag heaps and contaminate ground water.
Thanks a heap! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (thank you: often sarcastic)Ευχαριστώ πολύ! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (σαρκαστικό)Με υποχρέωσες!, Μας υποχρέωσες! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'heap' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: you are in a heap of trouble, (mister)!, you're going to be in a heap of trouble if, you're in for a heap of trouble!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heap στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'heap'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης