healthier

Listen:


From healthy (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
healthier
adj comparative
healthiest
adj superlative
Σε αυτή τη σελίδα: healthier, healthy

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
healthier adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: in better condition) (άνθρωπος)υγιέστερος, πιο υγιής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: υγιής: υπερθετικός βαθμός του υγιής
 You look much healthier than you did last winter.
healthier adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (food: more nutritious) (φαγητό)θρεπτικότερος, πιο θρεπτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: θρεπτικότερος: υπερθετικός βαθμός του θρεπτικός
 Brown rice is healthier than white rice.
healthier adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (activity: promoting health) (δραστηριότητα)υγιεινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Is swimming healthier than cycling?
healthier adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (economy: stronger) (οικονομία)υγιής, εύρωστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)δυνατός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
healthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having a sound body and mind)υγιής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: υγιής - υγιής - υγιές, πληθ. υγιείς - υγιείς - υγιή
 She is healthy because she eats right and exercises.
 Είναι υγιής επειδή κάνει σωστή διατροφή και ασκείται.
healthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (sound, in good condition) (μεταφορικά)υγιής, εύρωστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The economy is healthy.
 Η οικονομία είναι υγιής (or: εύρωστη).
healthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (promoting good health)υγιεινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She eats a healthy diet, with lots of fruits and vegetables.
 Ακολουθεί υγιεινή διατροφή, με πολλά φρούτα και λαχανικά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
healthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (large, generous) (μεταφορικά)γενναιόδωρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)μπόλικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μπαμπάτσικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He gave her a healthy portion of potatoes.
healthy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (positive)θετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The increase in customers is a healthy development.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'healthier' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση healthier στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'healthier'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης