healing

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhiːlɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(hēling)

Σε αυτή τη σελίδα: healing, heal

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
healing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of body)θεραπεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)γιατρειά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The faith healer tried to perform a healing on the sick child.
 Ο πιστός θεραπευτής προσπάθησε να εφαρμόσει μια γιατρειά στο άρρωστο παιδί.
healing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (aiding recovery)θεραπευτικός β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 This plant is said to have healing properties.
 Λέγεται ότι το φυτό έχει θεραπευτικές ιδιότητες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heal viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (injury: get better) (επίσημο)θεραπεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  γιατρεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ανοιχτή πληγή)επουλώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομ: γενικά)γίνομαι καλά ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Your broken bone should take about six weeks to heal.
 Θα χρειαστούν περίπου έξι βδομάδες για να θεραπευθεί το σπασμένο οστό σου.
 Θα χρειαστούν περίπου έξι βδομάδες για να γιατρευτεί το σπασμένο οστό σου.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η πληγή από το ατύχημα θα επουλωθεί σε λίγο καιρό.
heal viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (person: recover)θεραπεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  γίνομαι καλά ρ έκ
  (καθομιλουμένη)γιατρεύομαιι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 After radiation therapy the patient healed.
 Ύστερα από την ακτινοθεραπεία ο ασθενής θεραπεύτηκε.
heal [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (restore health)κάνω καλά ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  γιατρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)θεραπεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The vet tried to heal the ailing lamb.
 Ο κτηνίατρος προσπάθησε να γιατρέψει το άρρωστο αρνί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heal [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (reconcile)τερματίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συμφιλιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δίνω τέρμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After the war, many wanted to heal old divisions.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
healing | heal
ΑγγλικάΕλληνικά
faith healing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (healing through prayer)θεραπεία μέσω της πίστης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  θεραπεία μέσω της προσευχής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
healing arts nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (alternative medicine)εναλλακτική ιατρική φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Acupuncture is an example of a healing art.
healing oil nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (homeopathic essence)θεραπευτικό έλαιο επίθ + ουσ ουδ
  θεραπευτικό λάδι επίθ + ουσ ουδ
 This healing oil is good for your skin.
healing process nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (recovery from injury)ανάρρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (για τραύμα)διαδικασία επούλωσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 She was in a bad accident, so the healing process may take a few weeks.
healing process nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (reconciliation after rift)συμφιλίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'healing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the art of healing, the healing of [wounds, injuries], the healing is taking longer than expected, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση healing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'healing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης