heading

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhɛdɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhɛdɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(heding)

Σε αυτή τη σελίδα: heading, head

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heading nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (text)τίτλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (όχι για άρθρο εφημερίδας)επικεφαλίδα, κεφαλίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The heading of the article made no sense.
 Ο τίτλος του άρθρου δεν έβγαζε νόημα.
heading nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (direction of vessel)πορεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The navigator calculated the heading for the captain.
 Ο πλοηγός υπολόγισε την πορεία για τον καπετάνιο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (anatomy: skull) (ανατομία)κεφάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (λόγιος)κεφαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The neck connects the head to the body.
 Ο λαιμός συνδέει το κεφάλι με το σώμα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ζητούσαν την κεφαλή του επί πίνακι.
heads nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tossed coin: head side up)κορώνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 "Heads or tails?" she asked, flipping the coin.
 «Κορώνα ή γράμματα;» ρώτησε στρίβοντας το νόμισμα.
head,
head of [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(leader, director) (με γενική)επικεφαλής, επί κεφαλής επίρ ως ουσεπίρρημα σε θέση ουσιαστικού: Επίρρημα που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. θα έρθω με τον έτσι μου κλπ.
  κεφαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He is the head of the library association.
 Είναι ο επικεφαλής (or: επί κεφαλής) του Συνδέσμου Βιβλιοθηκών.
 Είναι η κεφαλή του Συνδέσμου Βιβλιοθηκών.
head adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (principal)επικεφαλής, επί κεφαλής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  υπεύθυνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (όχι σε εργασιακές σχέσεις)ηγέτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The head physician is Dr. Thomas.
 Ο επικεφαλής (or: επί κεφαλής) γιατρός είναι ο Δρ. Τόμας.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο υπεύθυνος του τμήματος είναι ο κος Παπαδόπουλος.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο ηγέτης του κόμματος παραιτήθηκε.
head [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (lead) (επίσημο)ηγούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διευθύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The ex-congressman headed the investigation.
 Ο πρώην βουλευτής ηγήθηκε της έρευνας.
 Ο πρώην βουλευτής διηύθυνε τις έρευνες.
head [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (face: a direction)οδηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κατευθύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)δείχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  γυρνάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Head me in the right direction and I'll be sure to get there.
 Οδήγησε με στη σωστή κατεύθυνση και θα φτάσω σίγουρα.
 Κατεύθυνε με σωστά και θα φτάσω σίγουρα.
 Δείξε μου τη σωστή κατεύθυνση και θα φτάσω σίγουρα.
 Γϋρισέ με προς τη σωστή κατεύθυνση και θα φτάσω σίγουρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
head adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (at the front, leading)προπορευόμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)που είναι μπροστά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πρώτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The head runner was starting to slow down.
head adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (at the top, first)πρώτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The head item on the agenda was going to be difficult to resolve.
head adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (maritime: from in front of)μετωπικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)κόντρα επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The strong head winds slowed the sailing vessel.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (thought, intellect)ικανότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μυαλό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He has a good head for science.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (intelligence)μυαλό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Use your head! You can find a creative way to get it done.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (ability)ικανότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τρόπος σκέψης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  μυαλό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I just don't have the right head for management.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (composure)ψυχραιμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Though he was mad, he kept his head about him in public.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person)άτομο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)κεφάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 They charge five dollars a head to get into the dance club.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (top: in achievement, ability)πρώτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ο καλύτερος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He was at the head of his class at Harvard.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chief, president)διευθυντής, διευθύντρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  πρόεδρος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 That man is the head of the company.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extremity)κεφαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The head of the bone slots into the socket.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (front position)κεφαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Since it was his birthday, he sat at the head of the table.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fluid pressure)πίεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 As the locomotive went faster and faster, it built up quite a head of steam.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part likely to burst)φούσκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He burst the pimple by poking its head with a needle.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (drum)επιφάνεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A conga drum is tuned by adjusting the tension of its head.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (arrow)κεφαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The shaft of the arrow was made of ash, and its head was made of metal.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (recording device)κεφαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The sound from the cassette player was dull because the head was dirty.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (headline)τίτλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  επικεφαλίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The front page of the newspaper had a massive head when war broke out.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (page)κορυφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We usually put the article's title at the head of the page.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool)κεφαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The head of the hammer is made of strengthened metal so it doesn't malform.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (maritime: toilet)τουαλέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)αποχωρητήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He's gone to the head to pee.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cylinder)κεφαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The cylinder head is an essential part of an internal combustion engine.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (herd animal)κεφαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The farmer sold his cattle for fifty dollars per head.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (beer, other foam)αφρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The waiter poured the beer so that it would have a lot of head on top.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (compact plant part)συμπαγές μπροστινό μέρος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 This new lettuce has a tight head.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (river source)πηγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The head of this river is a small stream in the Rocky Mountains.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (railhead)κεφαλή σιδηροτροχιάς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The engineers fixed the head so that the wheels of the train could run smoothly along it.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (fellatio) (καθομ, μεταφορικά, χυδαίο)πίπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
head nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bow of a ship)πλώρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (λόγιος)πρώρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The sailors used a rope at the head of the ship to fasten it to the wharf.
head n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (of or affecting the head)στο κεφάλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The doctors kept him in hospital for observation after his head injury.
head suffixsuffix: Added to end of word stem--for example, friendless = friend+less. (noun: state of being) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 For example: godhead
head viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (go in a direction)κατευθύνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We are going to head to Arizona next on our trip.
head viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (form a head)αναπτύσσομαι στο μπροστινό μέρος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This lettuce heads early.
head [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (precede)προηγούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι στην κορυφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The candidate for prime minister headed the list of candidates.
head [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (excel)είμαι πρώτος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He heads his class in language studies.
head [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be the chief of) (επίσημο)ηγούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)είμαι επικεφαλής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 That man heads the fire service for the whole country.
head [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (turn aside)απομακρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The sheepdog headed the sheep away from the river.
head [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sports: hit with one's head)κάνω κεφαλιά, ρίχνω κεφαλιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The football player headed the ball into the net.
head vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put as a title)τιτλοφορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The journalist headed the article "Ways to Avoid Being Overworked."
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
heading | head
ΑγγλικάΕλληνικά
chapter heading nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (title of a section in a book) (σε βιβλίο)τίτλος κεφαλαίου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The author marked each chapter with a numeric chapter heading.
section heading nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (title of chapter or division)επικεφαλίδα ενότητας, επικεφαλίδα κεφαλαίου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τίτλος ενότητας, τίτλος κεφαλαίου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Section headings guide readers through the essay.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'heading' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [a newspaper, an article, a chapter] heading, the heading of the [newspaper], a [catchy, shocking, confusing] heading, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heading στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'heading'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης