Σε αυτή τη σελίδα: have over, have

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
have [sb] over,
also UK: have [sb] round,
have [sb] around
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
informal (receive as a guest)έχω καλέσει ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  θα έρθει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (με διανυκτέρευση)φιλοξενώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (own) (ιδιοκτησία)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)διαθέτω, κατέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He has a big house and two cars.
 Έχει ένα μεγάλο σπίτι και δύο αυτοκίνητα.
 Διαθέτει (or: Κατέχει) μια μεγάλη οικία και δύο αυτοκίνητα.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (feature: possess) (χαρακτηριστικό)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)διαθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She has a very strong personality. The program has a delete button.
 Έχει πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Το πρόγραμμα έχει κουμπί διαγραφής.
 Διαθέτει πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Το πρόγραμμα διαθέτει κουμπί διαγραφής.
have to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (must) (να κάνω κάτι)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πρέπει ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
 I have to finish my homework.
 Έχω να τελειώσω μια εργασία.
 Πρέπει να τελειώσω μια εργασία.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (suffer from) (υποφέρω από)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)πάσχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She has the flu right now.
 Έχει γρίπη τώρα.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (experience)περνάω, περνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 My sons are having an adventure in South America.
have [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (children, siblings: be related to)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (παιδί, τέκνο)αποκτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They have two daughters and a son.
 Έχουν δύο κόρες και έναν γιο.
 ΄Εχουν αποκτήσει δύο κόρες και έναν γιο.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mentally: have in mind)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She has a lot of plans.
 Έχει πολλά σχέδια.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (obtain)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Could I have another cup of tea, please?
 Μπορώ να έχω άλλο ένα φλιτζάνι τσάι, παρακαλώ;
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (eat, drink) (φαγητό)τρώω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ποτό)πίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σπανιότερα: φαγητό και ποτό)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I had a drink and a biscuit.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έφαγα μια πίτσα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Θα πιω μια πορτοκαλάδα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Πήραμε γερό πρωινό σήμερα για να μας κρατήσει όλη μέρα.
have v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (used in perfect tenses)έχω ρ συνδβοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.
Σχόλιο: Συχνά δεν υπάρχει αντιστοιχία, καθώς το νόημα αποδίδεται σε άλλους χρόνους, όπως ενεστώτα ή αόριστο, που δε σχηματίζονται με το βοηθητικό ρήμα «έχω».
 We have won the race. I've been waiting here for hours.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έχω χάσει τα κλειδιά μου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
have viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be wealthy) (μτφ: πλούσιος)έχων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 Those who have don't always understand those who have not.
 Οι έχοντες δεν καταλαβαίνουν πάντα τους μη έχοντες.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (receive)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)λαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Have you had your exam results yet?
have [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang (have sex with) (καθομ: με κάποιον)πηγαίνω, πάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ, υβριστικό, μτφ)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He's never had a girl before.
 Δεν έχει πάει ποτέ με γυναίκα.
 Δεν έχει πάρει καμία γυναίκα.
have [sth] done vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (arrange, cause) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 I need to have my car fixed.
 Πρέπει να πάω να μου φτιάξουν το αμάξι μου.
 Πρέπει να πάω το αμάξι μου για φτιάξιμο.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (permit, allow)επιτρέπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ανέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He won't have such behaviour in his presence.
have it,
have it that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(declare, assert)σύμφωνα με περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομ: ο θρύλος, ο μύθος)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Legend has it that the lakes are the footprints of a giant.
have [sb] over vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (invite, entertain)καλώ, προσκαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  περιμένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με διανυκτέρευση)φιλοξενώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We're having his parents over for the holidays.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
have over | have
ΑγγλικάΕλληνικά
have [sb] over a barrel v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (put [sb] at your mercy)κάνω κπ να έχει την ανάγκη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βάζω κπ στην ανάγκη μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
have power over vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be able to control or influence)έχω εξουσία/επιρροή σε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 His wife has power over him because she is the family's breadwinner.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση have over στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'have over'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης