have

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations full: /ˈhæv/, weak: /həv/, elided: /ˈhæd/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/hæv; unstressed həv, əv; for 25 usually hæf/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(hav; unstressed həv, əv; for 26 usually haf )



Inflections of 'have' (v): (⇒ conjugate)
have
v 1st & 2nd person singular
has
v 3rd person singular
have
v 1st, 2nd & 3rd person plural
had
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
having
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
had
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (own) (ιδιοκτησία)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)διαθέτω, κατέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He has a big house and two cars.
 Έχει ένα μεγάλο σπίτι και δύο αυτοκίνητα.
 Διαθέτει (or: Κατέχει) μια μεγάλη οικία και δύο αυτοκίνητα.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (feature: possess) (χαρακτηριστικό)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)διαθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She has a very strong personality. The program has a delete button.
 Έχει πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Το πρόγραμμα έχει κουμπί διαγραφής.
 Διαθέτει πολύ ισχυρή προσωπικότητα. Το πρόγραμμα διαθέτει κουμπί διαγραφής.
have to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (must) (να κάνω κάτι)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πρέπει ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
 I have to finish my homework.
 Έχω να τελειώσω μια εργασία.
 Πρέπει να τελειώσω μια εργασία.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (suffer from) (υποφέρω από)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)πάσχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She has the flu right now.
 Έχει γρίπη τώρα.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (experience)περνάω, περνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 My sons are having an adventure in South America.
have [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (children, siblings: be related to)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (παιδί, τέκνο)αποκτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They have two daughters and a son.
 Έχουν δύο κόρες και έναν γιο.
 ΄Εχουν αποκτήσει δύο κόρες και έναν γιο.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mentally: have in mind)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She has a lot of plans.
 Έχει πολλά σχέδια.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (obtain)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Could I have another cup of tea, please?
 Μπορώ να έχω άλλο ένα φλιτζάνι τσάι, παρακαλώ;
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (eat, drink) (φαγητό)τρώω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ποτό)πίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σπανιότερα: φαγητό και ποτό)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I had a drink and a biscuit.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έφαγα μια πίτσα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Θα πιω μια πορτοκαλάδα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Πήραμε γερό πρωινό σήμερα για να μας κρατήσει όλη μέρα.
have v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (used in perfect tenses)έχω ρ συνδβοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.
Σχόλιο: Συχνά δεν υπάρχει αντιστοιχία, καθώς το νόημα αποδίδεται σε άλλους χρόνους, όπως ενεστώτα ή αόριστο, που δε σχηματίζονται με το βοηθητικό ρήμα «έχω».
 We have won the race. I've been waiting here for hours.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Έχω χάσει τα κλειδιά μου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
have viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be wealthy) (μτφ: πλούσιος)έχων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 Those who have don't always understand those who have not.
 Οι έχοντες δεν καταλαβαίνουν πάντα τους μη έχοντες.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (receive)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)λαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Have you had your exam results yet?
have [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang (have sex with) (καθομ: με κάποιον)πηγαίνω, πάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ, υβριστικό, μτφ)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He's never had a girl before.
 Δεν έχει πάει ποτέ με γυναίκα.
 Δεν έχει πάρει καμία γυναίκα.
have [sth] done vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (arrange, cause) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 I need to have my car fixed.
 Πρέπει να πάω να μου φτιάξουν το αμάξι μου.
 Πρέπει να πάω το αμάξι μου για φτιάξιμο.
have [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (permit, allow)επιτρέπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ανέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He won't have such behaviour in his presence.
have it,
have it that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(declare, assert)σύμφωνα με περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομ: ο θρύλος, ο μύθος)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Legend has it that the lakes are the footprints of a giant.
have [sb] over vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (invite, entertain)καλώ, προσκαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  περιμένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)δέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με διανυκτέρευση)φιλοξενώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We're having his parents over for the holidays.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
and what have you exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (and the like, and similar)και όλα τα σχετικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
appear to have done [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (person: seem) (ότι έχω κάνει κτ)φαίνεται ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
 I appear to have lost my umbrella.
 Φαίνεται ότι έχασα την ομπρέλα μου.
as luck would have it advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." idiom (fortunately)ευτυχώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 As luck would have it, the bus was late too, so I managed to catch it after all.
have [sth] at heart v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (consider, be concerned with)με νοιάζει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ενδιαφέρομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 I have your best interests at heart.
be in the driver's seat,
take the driver's seat,
have the driver's seat,
be in the driving seat
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (have control) (μεταφορικά)παίρνω τα ηνία, κρατάω το τιμόνι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If he thinks he can lead the team better, let him have the driver's seat.
claim to have done [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (achievement: assert) (ότι/πως έχω κάνει κτ)ισχυρίζομαι, υποστηρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (λόγιο: ότι/πως έχω κάνει)διατείνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Weston claimed to have invented a new method for producing copper.
 Ο Γουέστον υποστήριξε πως έχει εφεύρει μια νέα μέθοδο για την παραγωγή χαλκού.
have your work cut out for you v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (have a hard task ahead)με περιμένει δύσκολη δουλειά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με περιμένει πολλή δουλειά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω δύσκολο έργο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The house Joe and Maggie have bought needs a lot of renovation; they certainly have their work cut out for them.
be done with [sth/sb],
have done with [sth/sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
slang (had enough, stop) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)βαρέθηκα, κουράστηκα ρ μ + επίθ
  (κάτι ή με κάτι ή από κάτι)έχω μπουχτίσει ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
be done with [sb],
have done with [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
slang (relationship: finish, end) (καθομιλουμένη)έχω τελειώσει με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
have got to do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (must) (να κάνω κάτι)πρέπει ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
Σχόλιο: only in present perfect
 I have got to leave now.
get a handle on [sth],
have a handle on
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (understand)καταλαβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κατανοώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I can't get a handle on this at all. Can you explain it again?
have a baby v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give birth)γεννάω, γεννώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The Apollo Hospital is the safest and best place to have a baby.
have a baby v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (become parents)κάνω παιδί, κάνω μωρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My good friend told me that he and his wife plan to have a baby soon.
have a ball v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (enjoy oneself immensely) (καθομιλουμένη)γλεντώ, διασκεδάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Thank you for a wonderful party; we all had a ball!
have a bee in your bonnet v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (be annoyed, obsessed by [sth])έχω εμμονή με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)κολλάω με κτ ρ αμ + πρόθ
have a bias against vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be prejudiced against)είμαι προκατειλημμένος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They have a bias against assertive women.
have a bun in the oven,
have got a bun in the oven
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, slang (be pregnant)είμαι έγκυος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (αργκό, μειωτικό)είμαι γκαστρωμένη ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Looking at her from this angle I'd say she's got a bun in the oven.
have a case v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (legal: have evidence)έχω αποδείξεις, έχω στοιχεία ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (κατά λέξη)έχω επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The judge has to decide if the prosecution have a case.
have a case of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be ill)έχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πάσχω από κτ, υποφέρω από κτ ρ αμ + πρόθ
 Sue has a case of mild pneumonia.
have a chance v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be able to succeed at [sth])έχω καλές πιθανότητες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We have a chance of winning if we can carry on at this rate.
have a chance v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be given the opportunity to do [sth])μου δίνεται ευκαιρία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If I have a chance I will try and win.
have a chance at [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have opportunity)έχω μια ευκαιρία σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μου δίνεται η ευκαιρία για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Johnson has a chance at another world title.
have a chance at doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have opportunity to do)έχω την ευκαιρία να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μου δίνεται η ευκαιρία να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Audrey has a chance at getting into Harvard.
have a change of heart viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (go against one's previous decision)αλλάζω γνώμη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She's had a change of heart and is inviting her sister after all.
have a cold viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be suffering from the cold virus)είμαι κρυωμένος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I don't feel like going out today because I have a cold.
have a corner on vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." idiom (own enough of to control market) (ιδιωματισμός)ελέγχω την αγορά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I tried to have a corner on the silver market by buying low priced contracts, but I failed miserably.
have a cow,
have kittens
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
slang, figurative (become angry or upset) (αργκό)τα παίρνω στο κρανίο, τα παίρνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μπριζώνω, πριζώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
have a crush on [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be attracted to: [sb])είμαι ερωτευμένος με κπ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (αργκό)είμαι τσιμπημένος με κπ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (καθομιλουμένη)γουστάρω, θέλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)μου αρέσει κπ αντων + ρ μ
 Wendy had a crush on a boy in her class.
have a death wish v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (behave in a reckless way) (καθομιλουμένη)συμπεριφέρομαι απερίσκεπτα/ριψοκίνδυνα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He drives that car as though he has a death wish.
have a death wish v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (psychiatry: wish for death) (ψυχιατρική)μανία θανάτου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 A psychiatrist diagnosed James as having a death wish.
have a dig at [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (make a critical remark: about [sb](αργκό, μτφ)τα χώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)τη λέω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The sacked workers had a dig at their former boss in the press.
have a direct line to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (immediate access)έχω άμεση πρόσβαση σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
have a discussion viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (converse, discuss, debate)συζητώ,συνομιλώ με ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We need to have a discussion about where to vacation this year.
have a drink viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (drink [sth] alcoholic)πίνω ένα ποτό ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He is quite talkative tonight; I wonder if he's had a drink.
have a drink viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (socialize in a bar, pub, etc.)πάω για ένα ποτό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Why don't we go and have a drink to remember the good old days?
have a feast v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (eat large meal)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The family had a feast to celebrate Chinese New Year.
have a feast v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (eat a lot)τρώω πολύ, τρώω καλά ρ αμ + επίρ
  κάνω τσιμπούσι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά: υπερβολή)κάνω κραιπάλη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We had a feast of homemade pasta and meatballs.
have a feel for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (understand instinctively)έχω κλίση σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω έμφυτο ταλέντο για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι φυσικό ταλέντο σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She has a feel for golf.
have a feeling (that) v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (suspect) (ότι/πως)έχω την αίσθηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  υποψιάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I have a feeling that it will rain this afternoon.
have a few too many v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, slang (drink alcohol to excess) (αλκοόλ)πίνω κάτι παραπάνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The bartender kept her car keys because she had had a few too many.
have a fight with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (physically: with [sb])πιάνομαι στα χέρια με κπ, έρχομαι στα χέρια με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)πλακώνομαι με κπ ρ αμ + πρόθ
  (καθομ, μεταφορικά)παίζω ξύλο με κπ, πλακώνομαι με κπ στο ξύλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Jack had a fight with another boy, and now he has a black eye.
have a fight with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (argue)τσακώνομαι με κπ, μαλώνω με κπ ρ αμ + πρόθ
  καβγαδίζω με κπ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη, μτφ)σφάζομαι με κπ, πλακώνομαι με κπ ρ αμ + πρόθ
 He's in a bad mood because he had a fight with his wife.
have a finger in every pie v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be involved in others' affairs) (καθομιλουμένη)βάζω παντού το χεράκι μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ανακατεύομαι σε όλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
have a fit v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (become angry, upset) (καθομιλουμένη: θυμώνω)τσαντίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  με πιάνει κρίση, με πιάνει υστερία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, μτφ)τα παίρνω στο κρανίο, τα παίρνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When she sees how I smashed up her car she's going to have a fit!
have a flair for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be talented)έχω ταλέντο σε κτ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (μεταφορικά)έχω κλίση σε κτ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  έχω έφεση σε κτ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Laura has a flair for garden design.
have a flutter on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, slang (place a bet)βάζω στοίχημα για κτ εκφρ
 John and Mike had a flutter on the outcome of the elections.
have a fondness for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (like [sth])έχω αδυναμία σε κτ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  μου αρέσει κτ αντών + ρ μ
  (μεταφορικά)τρελαίνομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 I have a fondness for chocolate chip ice cream.
have a frog in your throat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (be hoarse)είμαι βραχνιασμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 What's wrong? Have you got a frog in your throat?
have a gander v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (look)ρίχνω μια ματιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  χαζεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό)ρίχνω ένα βλέφαρο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They're filming a big Hollywood movie in the town centre today. Let's go and have a gander.
have a go v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (try [sth])κάνω μια προσπάθεια, κάνω μια απόπειρα, κάνω μια δοκιμή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δοκιμάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I'd never been water skiing before so I decided to have a go.
 Δεν έχω κάνει ποτέ πριν θαλάσσιο σκι, έτσι αποφάσισα να κάνω μια δοκιμή.
have a go at [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (attack verbally) (αργκό)τη λέω σε κπ, τα χώνω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κατσαδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Elena had a go at her husband for being late.
have a go at [sth],
have a go at doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (try)δοκιμάζω κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δοκιμάζω να κάνω κτ, αποπειρώμαι να κάνω κτ, προσπαθώ να κάνω κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Harry was having a go at solving the crossword puzzle.
have a good chance v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be likely to succeed)έχω μεγάλες πιθανότητες, έχω καλές πιθανότητες, έχω αρκετές πιθανότητες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I have a good chance of winning the race.
have a good chat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (converse at length)κουβεντιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)τα λέω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I had a good chat with an old friend down at the market yesterday. They hadn't seen each other for years and welcomed the chance to have a good chat.
 Χτες κουβέντιασα με έναν παλιό φίλο στην αγορά. Είχαν χρόνια να ειδωθούν και χάρηκαν που είχαν την ευκαιρία να κουβεντιάσουν αρκετά.
 Χτες τα είπαμε με έναν παλιό φίλο στην αγορά. Είχαν χρόνια να ειδωθούν και χάρηκαν που είχαν την ευκαιρία να τα πουν.
Have a good day. interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (pleasantry) (σε έναν)Καλή σου μέρα! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (σε πολλούς ή ευγενικό)Καλή σας μέρα! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 The shopkeeper greeted me with a cheerful "Have a good day!"
 Ο καταστηματάρχης με χαιρέτησε με ένα ευδιάθετο «Καλή σου μέρα»!
have a good flavor v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US (food: taste rich, pleasant)έχω ωραία γεύση, έχω καλή γεύση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This ice cream has a good flavor.
have a good head on your shoulders v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be sensible) (μεταφορικά)έχω το μυαλό στο κεφάλι μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I don't mind him dating my daughter. That boy has a good head on his shoulders.
have a good innings v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, informal, figurative (live a long life)είμαι πλήρης ημερών, φεύγω πλήρης ημερών έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My grandmother died at 103, so she'd had a really good innings.
have a good knowledge of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be informed about)ξέρω καλά, γνωρίζω καλά ρ μ + επίρ
  (επίσημο: με γενική)είμαι γνώστης ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Taxi drivers have to have a good knowledge of all the local streets.
have a good laugh v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, informal (be amused)γελάω πολύ ρ αμ + επίρ
  το διασκεδάζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I was mortified when I poured wine down my shirt, but everyone else had a good laugh.
have a good shot at [sth],
have a good shot at doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(likely chance)έχω καλές πιθανότητες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I have a good shot at winning the scholarship this year.
have a good time v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (enjoy yourself, have fun)περνάω καλά, τα περνάω όμορφα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καλοπερνάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Whenever I go out with friends we all have a good time. I hope you have a good time in Spain!
 Όποτε βγαίνω με φίλους περνάμε καλά. Ελπίζω να τα περάσεις όμορφα στην Ισπανία!
Have a good trip interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (pleasant holiday)Καλές διακοπές έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (σε έναν)Καλά να περάσεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (σε πολλούς ή ευγενικό)Καλά να περάσετε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Have a good trip interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (safe journey)Καλό ταξίδι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Καλό δρόμο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
have a good weekend interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (used to wish [sb] a pleasant weekend)καλό Σαββατοκύριακο επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Have a good weekend, and I will see you on Monday.
have a green thumb,
have green thumbs (US),
have green fingers (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be skilled at gardening)έχω ταλέντο στην κηπουρική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι καλός με τα φυτά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My mother has a green thumb: everything she touches grows well. All my cuttings took this year, so perhaps I do have green fingers after all.
have a hand in [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be involved)συμμετέχω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά, καθομ)βάζω το χέρι μου σε κτ, βάζω το χεράκι μου σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Wilson scored one goal and had a hand in two others.
have a hand in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be involved)συμμετέχω στο να γίνει κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά, καθομ)βάζω το χέρι μου για να γίνει κτ, βάζω το χεράκι μου για να γίνει κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Gwyneth had a hand in persuading Celia to change her mind.
have a hangover v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (after too much alcohol)έχω χανγκόβερ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  είμαι από μεθύσι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Please don't breathe so loudly; I have a hangover.
have a hard time v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (experience difficulties)περνάω δυσκολίες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  περνάω δύσκολα ρ αμ + επίρ
  (ανεπίσημο)περνάω ζόρικα ρ αμ + επίρ
 Be kind to her - she's having a really hard time right now.
have a hard time doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (find difficult)δυσκολεύομαι να κάνω κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο)ζορίζομαι να κάνω κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We're having a hard time picking a suitable slogan for our marketing campaign.
have a heart v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (be compassionate) (μεταφορικά)έχω καλή καρδιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δείχνω ανθρωπιά, δείχνω συμπόνια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι συμπονετικός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (μεταφορικά)είμαι άνθρωπος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Have a heart and consider making a donation to this worthwhile charity.
have a heart interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal, figurative (be more compassionate)λυπήσου με επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  δείξε ανθρωπιά επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Have a heart! Timmy's only a child and didn't mean any harm.
have a heart attack v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (suffer blocked circulation to the heart)παθαίνω έμφραγμα ρ μ + ουσ ουδ
  παθαίνω καρδιακή προσβολή, παθαίνω καρδιακό επεισόδιο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)παθαίνω καρδιακό ρ μ + ουσ ουδ
 After he had a heart attack, my father gave up smoking.
have a heart of gold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (be kind, generous) (μεταφορικά)χρυσή καρδιά επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)καρδιά χρυσάφι, καρδιά μάλαμα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 He may seem surly at first, but he really has a heart of gold.
have a heart of stone v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (lack compassion)έχω σκληρή καρδιά, έχω καρδιά πέτρα εκφρ
 You must have a heart of stone if the film didn't bring a tear to your eye.
have a history,
have a history with [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(have had a past relationship) (με κάποιον)έχω παρελθόν ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
have a hold on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (grasp firmly)κρατάω, κρατώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κρατάω γερά, κρατώ γερά ρ μ + επίρ
  πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πιάνομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 Sally had a hold on the horse's reins.
have a hold on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (account: be blocked)έχω δέσμευση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Any check I deposit has a hold on it for 7 days.
have a hold on [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (exert control) (μεταφορικά, ανεπίσημο)έχω κπ στο χέρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 In New Jersey, Democrats have had a hold on the Senate seats for many years.
have a hunch that,
have a hunch [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (suspect, sense)έχω την υποψία ότι/πως, έχω ένα προαίσθημα ότι/πως έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  υποψιάζομαι ότι/πως ρ μ + σύνδ
  (καθομιλουμένη, μτφ)κάτι μου λέει ότι/πως έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I have a hunch that the show will be cancelled; they haven't sold many tickets.
have a job viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be in employment)εργάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
have a job viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." slang (experience difficulty: doing [sth](αργκό)τα βρίσκω σκούρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You'll have a job convincing him to give you a raise.
have a knack for doing [sth],
have the knack for doing [sth],
have a knack of doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(have a talent, skill for [sth](σε κτ, στο να κάνω κτ)έχω ταλέντο ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (αργκό: με κτ)το 'χω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Carly has a knack for solving impossible problems.
have a knack of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." ironic (have a tendency to do [sth](μτφ: σε κτ, στο να κάνω κτ)έχω ταλέντο ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 My brother has a knack of annoying people.
have a laugh v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, informal (enjoy a joke, be amused)γελάω, γελώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We didn't mean to hurt his feelings, we did it just to have a laugh.
not have a leg to stand on v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (have no support for a claim, etc.)δεν έχω αποδείξεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δεν μπορώ να τεκμηριώσω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
have a leg up on [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (have an advantage: over [sb])έχω το πλεονέκτημα σε σχέση με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She's got a leg up on most of the kids in the team, as her dad's a professional player.
have a little talk v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (discuss [sth] sensitive)κάνω μια κουβέντα, κάνω μια κουβεντούλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)τα λέω λιγάκι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Young lady, I think it's time you and I had a little talk.
 Νεαρή μου, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να τα πούμε λιγάκι.
have a look at [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (look at)ρίχνω μια ματιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κοιτάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 These family photos are great. Have a look.
 Οι συγκεκριμένες οικογενειακές φωτογραφίες είναι τέλειες. Ρίξε μια ματιά.
have a look at [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (examine, inspect)ρίχνω μια ματιά σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κοιτάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let the doctor have a look at your rash.
 Άφησε το γιατρό να ρίξει μια ματιά στο εξάνθημά σου.
have a look-see v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (take a quick look at [sth])ρίχνω μια ματιά εκφρ
have a lot to do with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be due to)έχω να κάνω με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έχω άμεση σχέση με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 His success has a lot to do with his father's business connections.
 Η επιτυχία του έχει να κάνει με τις επαγγελματικές διασυνδέσεις του πατέρα του.
have a lot to say about v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (openly share one's opinions on)έχω πολλά να πω για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω άποψη για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 As a working mother, she has a lot to say about childcare facilities and unpaid, unscheduled overtime.
have a lump in your throat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be moved emotionally)έχω έναν κόμπο στον λαιμό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
have a mind of its own v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative ([sth] inanimate: malfunction) (καθομιλουμένη, μτφ)κάνω του κεφαλιού μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My hair has a mind of its own today.
have a mind to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (think about doing)σκέφτομαι να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο)λέω να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έχω στο νου μου να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I have a mind to tell your parents about what you've been doing.
have a narrow escape v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (experience a brush with danger)γλιτώνω παρά τρίχα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομ: μόνο σε αόριστο)φτηνά τη γλίτωσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)έχω άγιο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Mary had a narrow escape when a car nearly hit her.
Have a nice day. interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (pleasantry)καλή σου μέρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Thank you for shopping here; have a nice day! Have a nice day, he said as I left.
 Ευχαριστώ που ψωνίσατε εδώ, καλή σας μέρα! Καλή σου μέρα, είπε καθώς έφευγα.
Have a nice life interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal, ironic (bitter, dismissive) (με ειρωνική έννοια)Να περνάς καλά, Καλά να περνάς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'have' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: have a [job, role], have a [problem, question, suggestion], have [cancer, the flu, a cold], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση have στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'have'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης