haughty

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhɔːti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhɔti/ ,USA pronunciation: respelling(hôtē)


Inflections of 'haughty' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
haughtier
adj comparative
haughtiest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
haughty adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (disdainful)περιφρονητικός, καταφρονητικός, υπεροπτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)ψηλομύτης, φαντασμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her haughty attitude has not won her any friends.
 Η περιφρονητική (or: υπεροπτική) της στάση δεν τη βοήθησε να κάνει πολλές φιλίες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'haughty' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a haughty young [man, woman], a haughty [lord, aristocrat], gave him a haughty look, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση haughty στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'haughty'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης