hat

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhæt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/hæt/ ,USA pronunciation: respelling(hat)

Inflections of 'hat' (v): (⇒ conjugate)
hats
v 3rd person singular
hatting
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
hatted
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
hatted
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (head covering)καπέλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She wore a stylish hat on her head.
 Φορούσε ένα κομψό καπέλο στο κεφάλι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (role)ρόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: often preceded by the verb "to wear"
 I have to wear many different hats at my new job.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at the drop of a hat advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at the least provocation or invitation)για ψύλλου πήδημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That girl is so emotional, she'll start crying at the drop of a hat.
black hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (computing: hacker)χάκερ ουσ αρσ/θηλ άκλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
wear a black hat,
put on a black hat
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
US, informal, figurative (be the bad guy)είμαι ο κακός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
black hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (bad guy)κακός επίθ ως ουσ αρσ
black hat hacker,
black-hat hacker
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative, slang (computing) (κατηγορία χάκερ)black hat hacker, black-hat hacker φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
  μπλακ χατ χάκερ φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
  (πιο απλά)χάκερ φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
 A black hat hacker visited me last week.
chef's hat,
also US: chef hat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(white starched hat worn by a chef)καπέλο του σεφ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καπέλο του μάγειρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
cowboy hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (US cattle herder's headwear)καουμπόικο καπέλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Bill sat proudly on his horse, with boots on his feet and a cowboy hat on his head.
 Ο Μπιλ κάθισε πάνω στο άλογό του περήφανα, με τις μπότες στα πόδια του και ένα καουμπόικο καπέλο στο κεφάλι του.
dunce cap,
dunce's cap,
dunce hat,
dunce's hat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
historical (pointed hat worn as punishment)μυτερό καπέλο σε σχήμα κώνου που το φορούσαν ως τιμωρία στους κακούς μαθητές β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
hard hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (protective helmet)προστατευτικό κράνος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Visitors to this building site are required to wear a hard hat at all times.
hard hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (construction worker)οικοδόμος, χτίστης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 There was a group of hard hats hanging out at the bar tonight.
hardhat,
hard hat,
hard-hat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(protective helmet)κράνος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
hardhat,
hard hat,
hard-hat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal ([sb] who wears a hardhat, esp construction worker)αυτός που φοράει προστατευτικό κράνος β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
hardhat,
hard hat,
hard-hat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, slang, figurative (very conservative or patriotic person)υπερπατριώτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
hat hair nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (hairstyle flattened by wearing a hat) (καθομιλουμένη)πατικωμένα μαλλιά επίθ + ουσ ουδ πλ
 I get really bad hat hair when I take off my helmet.
hat in hand advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (begging) (μεταφορικά)γονατιστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)πέφτω στα γόνατα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The budget defecits mean we must go hat in hand to borrow billions from countries like China.
 Το έλλειμμα στον προϋπολογισμό σημαίνει ότι θα πρέπει να ζητήσουμε γονατιστοί δανεικά ύψους δισεκατομμυρίων από χώρες όπως η Κίνα.
 Το έλλειμμα στον προϋπολογισμό σημαίνει ότι θα πρέπει να πέσουμε στα γόνατα και να ζητήσουμε δανεικά ύψους δισεκατομμυρίων από χώρες όπως η Κίνα.
hat rack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (structure to hang hats on)ράφι για καπέλα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He hung his hat on the hat rack.
hat stand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (structure to hang coats or hats on) (πιο γενικό)καλόγερος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (απόλυτη ακρίβεια)κρεμάστρα για καπέλα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  βάση για καπέλα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 He took off his hat and coat and hung them on the hat stand by the door.
hat trick,
hat-trick
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (sport: scoring three goals)χατ τρικ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: ξενικό,άκλιτο
 He made it a hat trick by scoring his third goal just before the final whistle.
hat trick,
hat-trick
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (three successes)χατ τρικ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: ξενικό,άκλιτο
 I just need one more to get a hat trick.
hat trick,
hat-trick
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(magic: pulling [sth] from a hat)κόλπο όπου μάγος τραβά κάτι μέσα από καπέλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The magician's hat trick drew wild applause from the audience.
high-hat,
hi-hat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(music: set of two cymbals)hi-hat ντραμς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
high-hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US informal (snobbish person) (καθομιλουμένη)ψηλομύτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (αργκό, μεταφορικά)ψωνισμένος, καβαλημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (επίσημο)υπερόπτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
high-hat adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US informal (snobbish, disdainful)υπεροπτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)ψηλομύτικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)ψωνισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
high-hat vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US informal (treat someone snobbishly)φέρομαι υπεροπτικά σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
old hat adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (old-fashioned, out of date)παλιομοδίτικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ξεπερασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
Panama hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (man's brimmed summer hat)ψάθινο καπέλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Panama hats are similar to fedoras in shape.
pass the hat,
pass the hat round
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(ask for contributions of money) (καθομιλουμένη, ειρωνικό)βγάζω το δίσκο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ζητάω χρήματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After the buskers had stopped playing, they passed the hat round.
pointed hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tall headwear with pointy tip)μυτερό καπέλο επίθ + ουσ ουδ
 She dressed as a witch for Halloween, in a black dress and pointed hat.
safari hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (brimmed hat worn on wildlife tours) (τύπος καπέλου)καπέλο για σαφάρι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A safari hat helps to prevent sunburn in hot, sunny places.
silk hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (men's formal hat)κλάκ, ψηλό βραδινό καπέλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
slouch hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wide-brimmed felt hat)πλατύγυρη ρεπούμπλικα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
straw hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hat woven from dried stalks)ψάθινο καπέλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She was wearing a straw hat to protect her head from the glare of the sun.
swim cap (US),
swimming cap,
swimming hat (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(swimmer's waterproof hat)σκουφάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)σκουφάκι κολύμβησης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
take your hat off v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (remove your headgear)βγάζω το καπέλο μου ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
take your hat off to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (respect, congratulate) (μεταφορικά)βγάζω το καπέλο σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)υποκλίνομαι σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I take my hat off to the inventor of this amazing tool.
ten-gallon hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large cowboy hat)καουμπόικο καπέλο επίθ + ουσ ουδ
top hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (man's tall formal headgear)ψηλό καπέλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The costume includes a black felt top hat, an elegant cane, and white gloves.
white hat hacker,
white-hat hacker
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative, slang (ethical computer hacker)χάκερ με ηθική φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
winter hat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woollen hat worn in cold weather)σκούφος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
witch hat,
witch's hat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tall pointed black hat)καπέλο μάγισσας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
witch's hat,
witch hat
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tall pointed black hat)καπέλο μάγισσας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'hat' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [winter, cowboy, sun, stocking, top] hat, a [straw, wool, knitted] hat, a [one-fit, fitted] hat, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hat στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'hat'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης