guest

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgɛst/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/gɛst/ ,USA pronunciation: respelling(gest)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person invited to one's home)καλεσμένος, προσκεκλημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  επισκέπτης, επισκέπτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (καθομιλουμένη, μτφ)ξένος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  (καθομιλουμένη)μουσαφίρης, μουσαφίρισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
Σχόλιο: Αν ο καλεσμένος πρόκειται να διανυκτερεύσει, λέγεται και φιλοξενούμενος.
 We are going to have three guests over tonight.
 Θα έχουμε τρεις καλεσμένους απόψε.
 Θα έχουμε τρεις επισκέπτες απόψε.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Προς τι όλες αυτές οι ετοιμασίες; Περιμένεις ξένους;
 Θα έχουμε τρεις μουσαφίρηδες απόψε.
guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person invited to a social event)προσκεκλημένος, καλεσμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 There were 200 guests at our wedding reception.
 Είχαμε 200 προσκεκλημένους στη δεξίωση του γάμου μας.
guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (patron of hotel or restaurant)πελάτης, πελάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 The hotel had three hundred guests staying there.
 Το ξενοδοχείο είχε 300 πελάτες που έμεναν εκεί.
guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing: [sb] who logs in without a password)επισκέπτης, επισκέπτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (καθομιλουμένη)guest ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 You can log on to the computer as a guest.
 Μπορείς να συνδεθείς στον υπολογιστή ως επισκέπτης.
guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biology: parasite)παράσιτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The guest feeds parasitically on the host.
 Το παράσιτο ζει παρασιτικά εις βάρος του ξενιστή.
guest for [sb] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (TV, radio: stand in for usual presenter)αντικαθιστώ, αναπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  υποκαθιστώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Fred Jones is on holiday this week, so comedian Jack Burton will guest for him on tonight's show.
 Ο Φρεντ Τζόουνς είναι σε διακοπές αυτή την εβδομάδα και θα τον αντικαταστήσει ο κωμικός Τζακ Μπάρτον στο αποψινό σόου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Be my guest! exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (help yourself)ελεύθερα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομ: για φαγητό/ποτό)βάλε μόνος σου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σερβιρίσου ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 If you want some lemonade, be my guest!
guest house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small hotel)ξενώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  πανσιόν ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 My parents stayed in a nearby guest house while visiting us for three weeks.
 Όταν μας επισκέφθηκαν οι γονείς μου για τρεις εβδομάδες έμεναν σε έναν κοντινό ξενώνα.
 Όταν μας επισκέφθηκαν οι γονείς μου για τρεις εβδομάδες έμεναν σε μία κοντινή πανσιόν.
guest house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outbuilding for guests)ξενώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Grandma and Grandpa will stay in the guest house when they visit.
guest list nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (names of everyone invited)λίστα καλεσμένων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Sorry, you can't come in - your name isn't on the guest list.
guest of honor (US),
guest of honour (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(person for whom gathering is held) (για όλα τα γένη)τιμώμενο πρόσωπο μτχ ενεστ + ουσ ουδ
 Prince Faisal was the guest of honor at today's presidential dinner.
guest pass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (privileged access)πρόσκληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πάσο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We were issued with guest passes for the VIP area.
guest room nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spare bedroom for guests)ξενώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  δωμάτιο ξένων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Our guest room does double duty as a home office.
guest speaker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] invited to give speech)προσκεκλημένος ομιλητής, προσκεκλημένη ομιλήτρια μτχ πρκ + ουσ αρσ, μτχ πρκ + ουσ θηλ
guest star nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tv: famous actor playing a role)φιλική συμμετοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 James Franco was recently a guest star on the soap opera "General Hospital".
guest worker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person working in foreign country)αλλοδαπός εργαζόμενος επίθ + ουσ αρσ
 Mika went to Australia for three months as a guest worker.
guestbook,
guest book
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(book signed by visitors)βιβλίο επισκεπτών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Please sign our guestbook before leaving the hotel.
 Σας παρακαλούμε να υπογράψετε το βιβλίο επισκεπτών πριν αναχωρήσετε από το ξενοδοχείο.
guestbook,
guest book
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(webpage signed by visitors) (μεταφορικά: ιστοσελίδα)βιβλίο επισκεπτών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
guesthouse,
also UK: guest house,
guest-house
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(outbuilding for guests)ξενώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Grandma and Grandpa will stay in the guesthouse when they visit.
hotel guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] staying at a hotel)ένοικος ξενοδοχείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πελάτης ξενοδοχείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
house guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] staying at one's home)φιλοξενούμενος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
paying guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lodger)ένοικος, νοικάρης, ενοικιαστής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I stayed as a paying guest with an English family during my holiday.
special guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (TV: performer making special appearance)ξεχωριστός καλεσμένος επίθ + ουσ αρσ
 Our special guest on the show tonight is actor and musician Jack Black!
uninvited guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unwelcome person)απρόσκλητος επισκέπτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The doormen made sure that no uninvited guests were able to get into the party.
wedding guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] invited to a marriage ceremony)καλεσμένος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The bride did not recognize the wedding guest in the brown tuxedo.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'guest' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: guested on (several) [shows, movies, episodes, albums], a [hotel, house] guest, guest services, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση guest στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'guest'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης