growth

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgrəʊθ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/groʊθ/ ,USA pronunciation: respelling(grōth)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (process of growing)ανάπτυξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A child's growth usually stops in his late teens.
 Η ανάπτυξη του παιδιού συνήθως σταματά κοντά στα 20 του χρόνια.
growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (development)ανάπτυξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Bobby's emotional growth this past year has been outstanding.
 Η συναισθηματική ανάπτυξη του Μπόμπυ τον τελευταίο χρόνο ήταν εντυπωσιακή.
growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (enlargement: non-physical)εξέλιξη, ανάπτυξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  επέκταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The organisers of the music festival were surprised by its growth, year after year.
 Οι οργανωτές έμειναν έκπληκτοι με την εξέλιξη που σημείωνε το μουσικό φεστιβάλ χρόνο με το χρόνο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (economy: development)ανάπτυξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The government here tries to control growth so that it happens steadily.
growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tumour)όγκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (επίσημο: ιατρική)νεοπλασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  νεόπλασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The doctors found a growth in his lungs.
growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (facial hair)γένια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 He had not been shaving, and had three days' growth on his face.
growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plants)συστάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There is a growth of bushes by the river.
growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (increase: in quantity or profits)αύξηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  άνοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The company has reported a growth in profits.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
compound growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (investing: interest on interest)αθροιστική ανάπτυξη επίθ + ουσ θηλ
  αθροιστική άυξηση επίθ + ουσ θηλ
 The idea of earning interest on your interest is the appeal of compound growth.
economic growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (production increase, development)οικονομική ανάπτυξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The world's economic growth is currently sluggish.
global economic growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (worldwide financial development)παγκόσμια οικονομική μεγέθυνση, παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
growth chamber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (laboratory room for plants)θάλαμος ανάπτυξης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (κατά λέξη)θάλαμος ανάπτυξης φυτών φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The growth chamber is located in the greenhouse itself.
growth forecast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prediction of economic development)πρόβλεψη ανάπτυξης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
growth hormone (biology)αυξητική ορμόνη επίθ + ουσ θηλ
growth potential nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (capability of expanding)δυνατότητα ανάπτυξης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προοπτική ανάπτυξης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The stock market favors companies with higher growth potential.
growth rate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (increase per unit)ρυθμός ανάπτυξης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
population growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (increase in number of inhabitants)πληθυσμιακή αύξηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There is a housing shortage due to rapid population growth in the area.
revenue growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (increase in income from sales)αύξηση εσόδων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
ring,
tree ring,
growth ring,
annual ring
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tree: growth circle)δακτύλιος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Old trees have many rings.
self-growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (personal development)προσωπική ανάπτυξη, προσωπική εξέλιξη επίθ + ουσ θηλ
steady growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (economy: regular rate of development)σταθερή ανάπτυξη επίθ + ουσ θηλ
stunted growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (restricted physical development)καθυστέρηση ανάπτυξης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
uncontrolled growth nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (proliferation)ανεξέλεγκτη ανάπτυξη, εξάπλωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Cancer is an uncontrolled growth of abnormal cells.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'growth' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [cancerous, benign, malignant] growth, growth hormones, get that growth [looked at, checked out], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση growth στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'growth'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης