group

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgruːp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/grup/ ,USA pronunciation: respelling(gro̅o̅p)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (collection of things) (αντικειμένων)συλλογή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This group of coins is from France.
 Αυτή η συλλογή κερμάτων είναι από τη Γαλλία.
group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a number of associated people)ομάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (φιλική σχέση)παρέα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (τουρίστες)γκρουπ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 I have one group of friends who go out to bars all the time.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η πρώτη ομάδα ορειβατών ξεκίνησε την αναρρίχηση σήμερα τα ξημερώματα.
 Έχω μια παρέα φίλων που βγαίνουν συνέχεια σε μπαρ.
group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (musical band)συγκρότημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μουσικό συγκρότημα επίθ + ουσ ουδ
  γκρουπ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  μουσικό γκρουπ επίθ + ουσ ουδ άκλ
 The Rolling Stones is my favourite group.
 Οι Rolling Stones είναι το αγαπημένο μου συγκρότημα.
group vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (classify) (βάζω σε ομάδες)ταξινομώ, ομαδοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I am going to group my socks by colour.
 Θα ταξινομήσω (or: ομαδοποιήσω) τις κάλτσες μου σύμφωνα με το χρώμα τους.
group vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (form into groups)ομαδοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)χωρίζω σε ομάδες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The teacher grouped the students by ability.
 Ο δάσκαλος ομαδοποίησε τους μαθητές σύμφωνα με την ικανότητά τους.
 Ο δάσκαλος χώρισε τους μαθητές σε ομάδες σύμφωνα με την ικανότητά τους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a number of people in proximity)ομάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The president is always surrounded by a group of people.
group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business: companies)όμιλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 This hotel is part of the Guinness Group.
group viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (form a group)σχηματίζω ομάδα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (απομακρύνομαι)χωρίζομαι σε ομάδα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πλησιάζω)μαζεύομαι σε ομάδα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The soldiers were ordered to group by their commanding officer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
group together vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (gather)συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Animals often group together to provide protection against predators.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
age group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (people in age range)ηλικιακή ομάδα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The Baby Boomers are the age group that was born after World War II.
breakaway group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (faction, sub-group)φράξια, φατρία, σέχτα, κλίκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Trotskyites were a breakaway group from mainstream Socialism. Early Christians were a breakaway group from the Judaic traditions.
choral group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (choir)χορωδία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The town choral group has given over 1000 performances of choral music.
control group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in a scientific study)ανθρώπινο δείγμα σε έρευνα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
discussion group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (group assembled to discuss [sth])ομάδα συζήτησης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The discussion group met to find solutions to the problem.
elite group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (people: select few)ελίτ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  επίλεκτη ομάδα επίθ + ουσ θηλ
 Ingledew has just joined an elite group of runners – those who have completed 100 marathons.
ethnic group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (specific culture, race)εθνοτική ομάδα επίθ + ουσ θηλ
  εθνότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
focus group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (asked for opinions)ομάδα έρευνας αγοράς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (ξενικό)φόκους γκρουπ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
G8 nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (Group of Eight)ομάδα των 8 φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (συντομογραφία)G8 ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
group dynamics nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (way in which a group interacts)δυναμική ομάδας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 A good teacher will be aware of the group dynamics in her class.
group home nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (for people with special needs)στέγη υποστηριζόμενης διαβίωσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Lucy is autistic, but she lives in a group home and has a job she loves.
group photo nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (photograph of several people)ομαδική φωτογραφία επίθ + ουσ θηλ
 Once we reached the top of the mountain, our party stopped and posed for a group photo.
group practice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medical professionals sharing resources)πολυιατρείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My chiropractor is part of a group practice with 2 Massage Therapists, a Physical Therapist and an Accupunturist.
group rate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (discount for several people)τιμή για ομάδες, τιμή για γκρουπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Parties of 12 or more qualify for a reduced group rate.
group shot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (photograph of a group of people)ομαδική φωτογραφία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I want everybody together for a group shot at the end of the wedding.
group therapy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (group psychotherapy)ομαδική θεραπεία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 People with addiction problems often benefit from group therapy.
group [sth] together,
group [sth] and [sth] together
vtr + adv
figurative (class in same category) (μεταφορικά)ταξινομώ, κατατάσσω στην ίδια κατηγορία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Rabbits and hares are often grouped together in wildlife books.
group work (sociology)ομαδική εργασία επίθ + ουσ θηλ
in-crowd,
in-group
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (popular people)οι δημοφιλείς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
in-group,
in-crowd
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(clique, exclusive group) (καθομιλουμένη)κλίκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κοινωνικός)κύκλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ομάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
interest group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organization that puts pressure on government)οργανισμός/ομάδα ειδικού ενδιαφέροντος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
island group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (archipelago: group of islands)νησιωτικό σύμπλεγμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The Canaries and the Balearics are two island groups belonging to Spain.
language group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (related dialects)γλωσσικός κλάδος επίθ + ουσ αρσ
  γλωσσική ομάδα επίθ + ουσ θηλ
minority group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (social subgroup)μειονοτική ομάδα επίθ + ουσ θηλ
peer group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (contemporaries or colleagues)ομάδα συνομηλίκων ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I was the only one of my peer group to go to university.
pressure group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organization that campaigns or lobbies)ομάδα άσκησης πολιτικής πίεσης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Conservative pressure groups are intent on hindering the president's agenda.
primary group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (close group of people)βασική ομάδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
rebel group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (breakaway group of dissenters)ομάδα ανταρτών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  αντάρτικη ομάδα επίθ + ουσ θηλ
singing group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (choir)χορωδία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
special-interest group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (team that lobbies for a cause)ομάδα ειδικού ενδιαφέροντος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 All these special interest groups are making our job much harder.
splinter group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (faction, breakaway group) (πολιτική)ομάδα αποστατών/διασπαστών, φράξια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The extreme left wing of the party broke away into a splinter group.
standing group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (committee)μόνιμη ομάδα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
study group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (people who study together)ομάδα μελέτης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
support group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gathering of people for mutual help)ομάδα υποστήριξης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
target group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intended audience or customers)ομάδα στόχος, ομάδα-στόχος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (καθομιλουμένη)τάργκετ γκρουπ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
task group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (group organized for specific purpose)ομάδα με συγκεκριμένο καθήκον ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
trial group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (number of people [sth] is tested on)ομάδα δοκιμής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
umbrella group,
umbrella body
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(association of institutions)κεντρικός φορέας επίθ + ουσ αρσ
  συντονιστική ομάδα επίθ + ουσ θηλ
work group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (team formed for a cause or project)ομάδα εργασίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
youth group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (social organization for young people)κέντρο νέων ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My youth group does fun activities, like movies and baseball.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'group' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: group [people, students, workers] into, a [student, corporate, discussion, publishing] group, the group leader, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση group στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'group'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης