gregarious

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/grɪˈgɛəriəs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/grɪˈgɛriəs/ ,USA pronunciation: respelling(gri gârē əs)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gregarious adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: outgoing) (άτομο: εξωστρεφής)κοινωνικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She's the only one of her sisters who is not gregarious.
gregarious adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (plant: grouped) (άνθηση)σποραδικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κατά δέσμες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The plant is gregarious in its natural habitat.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gregarious στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'gregarious'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης