greenish

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgriːnɪʃ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(grēnish)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
greenish adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (tinged with green)πρασινωπός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The sky was dark with greenish, heavy clouds.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'greenish' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση greenish στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'greenish'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης