greengrocer

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgriːngrəʊsər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈgrinˌgroʊsɚ/ ,USA pronunciation: respelling(grēngrō′sər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
greengrocer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (seller of fruit and vegetables)μανάβης, μανάβισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (παλαιό, επίσημο)οπωροπώλης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
greengrocer,
greengrocer's
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(shop selling fruit, vegetables)μανάβικο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)μανάβης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (επίσημο)οπωροπωλείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Janine picked up some kale and cucumbers at the greengrocer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'greengrocer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση greengrocer στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'greengrocer'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης