green

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'green', 'Green': /ˈɡriːn/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/grin/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'green', 'Green': (grēn)


Inflections of 'green' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
greener
adj comparative
greenest
adj superlative
Σε αυτή τη σελίδα: green, putting green

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (color)πράσινο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Green is my favourite colour.
 Το πράσινο είναι το αγαπημένο μου χρώμα.
green adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in color)πράσινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The green grass was blowing in the wind.
 Το πράσινο χορτάρι κουνιόταν από τον άνεμο.
green adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (verdant, natural)πράσινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (περιοχή)πρασίνου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The city set aside a green area where no development was allowed.
 Ο δήμος όρισε μια περιοχή πρασίνου όπου δεν επιτρεπόταν κανενός είδους ανάπτυξη.
green adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (eco-friendly)οικολογικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  φιλοπεριβαλλοντικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μτφ: ανάπτυξη)πράσινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The candidate always talked about green issues. The government is introducing some new green policies to protect the environment.
 Ο υποψήφιος μιλούσε πάντα για οικολογικά θέματα.
 Η κυβέρνηση θα υιοθετήσει ορισμένες νέες πράσινες πολιτικές για να προστατεύσει το περιβάλλον.
Green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (politics: member of the Green Party) (μεταφορικά)Πράσινος επίθ ως ουσ αρσ
  Οικολόγος Πράσινος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 Of the candidates in the upcoming local election, only one is a Green.
 Από τους υποψηφίους στις επερχόμενες τοπικές εκλογές, μόνο ένας είναι Οικολόγος Πράσινος.
the Greens nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (politics: Green Party)Οικολόγοι Πράσινοι φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The Greens are usually small political parties in Europe.
 Οι Οικολόγοι Πράσινοι είναι συνήθως μικρά πολιτικά κόμματα στην Ευρώπη.
green with envy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (envious) (μεταφορικά)πρασινίζω από τη ζήλια μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πράσινος από τη ζήλια μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She was green with envy about his new car.
 Πρασίνισε από τη ζήλια της για το νέο του αυτοκίνητο.
greens nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (leafy vegetables)λαχανικά, σαλατικά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (καθομιλουμένη)ζαρζαβατικά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (συνήθως βραστά)χόρτα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (κατά λέξη)φυλλώδη λαχανικά επίθ + ουσ ουδ πλ
 You need to eat your greens! How about a salad?
 Πρέπει να τρως τα λαχανικά σου! Τι θα έλεγες για μια σαλάτα;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
green adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unripe)πράσινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  άγουρος, αγίνωτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The bananas were still green. Maybe they will be ripe enough to eat in a couple of days.
green adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sickly in complexion)χλωμός, χλομός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  χλωμιάζω, χλομιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)άσπρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)άσπρος σαν πανί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You should lie down. You're looking a little green.
green adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (immature, naïve)άπειρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πρωτάρης, πρωτάρα ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (μεταφορικά)άγουρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The basketball player is still green, but will definitely get better as he matures.
green adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (fresh, youthful) (μεταφορικά)φρέσκος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  νεανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She is still green at the moment, but the pressures of motherhood may change her.
green adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (wood: unseasoned) (ξυλεία)ανεπεξέργαστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Green wood is softer than seasoned timber.
green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (golf: putting area) (γκολφ)περιοχή γκριν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γκριν ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: γκριν: ξενικό
 The golfer got to the green in just two strokes, then putted the ball in.
 Ο παίχτης του γκολφ έφτασε στην περιοχή γκριν με δύο μόνο χτυπήματα και έβαλε μέσα την μπάλα.
 Ο παίχτης του γκολφ έφτασε στο γκριν με δύο μόνο χτυπήματα και έβαλε μέσα την μπάλα.
green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grassy area for other sports)γρασίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  γκαζόν ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (κατά λέξη)γήπεδο με γρασίδι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The students are playing croquet on the green.
green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (village square) (χωριού)πλατεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There is a festival today on the village green.
green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (traffic light) (μεταφορικά)πράσινο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You must not drive until the green shows.
green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, uncountable, slang (money) (μεταφορικά, αργκό)ρευστό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αργκό)φράγκα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (καθομιλουμένη)λεφτά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Do you have any green on you? I don't have a cent to pay for this.
green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable, slang (marijuana) (αργκό, μεταφορικά)χόρτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This green is cheap, but I like it!
green viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (become green)πρασινίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The grass greened a couple of days after the rain.
green vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make green)πρασινίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω πράσινο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Years of rain had greened the church roof.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
putting green,
gold green,
green
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(area around a golf hole)περιοχή γύρω από τρύπα σε γήπεδο του γκόλφ ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: γκόλφ: ξενικό, άκλιτο. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
green | putting green
ΑγγλικάΕλληνικά
bice,
bice green
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(yellowish-green colour)λαχανί ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
blue-green,
blue green
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(turquoise)γαλαζοπράσινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: hyphen used when term is before a noun
 It's so relaxing to watch the blue-green sea lapping at the shore.
 Είναι πολύ χαλαρωτικό να βλέπεις τη γαλαζοπράσινη θάλασσα να γλείφει την ακτή.
cyanobacteria,
blue-green algae
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(photosynthetic bacteria)κυανοβακτήρια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
dark green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deep green color)βαθύ πράσινο επίθ + ουσ ουδ
dark green,
dark-green
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(deep green in color)βαθύ πράσινο επίθ + ουσ ουδ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
emerald green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (brilliant green color)σμαραγδί, βαθυπράσινο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
emerald green adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (brilliant green in color) (χρώμα)σμαραγδένιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
forest green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (olive-green color) (ανάλογα την απόχρωση)λαδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πράσινο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
forest green adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (olive green in color) (ανάλογα την απόχρωση)λαδί επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  πράσινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
go green viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (protect the environment)ζω οικολογικά ρ αμ + επίρ
 If you really want to go green you have to start by giving up meat and gasoline.
green algae nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (type of seaweed)είδος φυκιού β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Green algae tend to grow close to the low-tide mark.
green apple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (variety of apple with green skin)πράσινο μήλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A green apple is crisp and has a tart flavor.
green beans nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (legume: French bean)φασολάκια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (επίσημο)πράσινα φασόλια, χλωρά φασόλια επίθ + ουσ ουδ πλ
 The African nation of Burkina Faso produces green beans for export to Europe.
 Το αφρικανικό κράτος Μπουρκίνα Φάσο παράγει πράσινα φασόλια (or: χλωρά φασόλια) για εξαγωγή στην Ευρώπη.
green belt,
greenbelt
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(land: conservation area)ζώνη πρασίνου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The need for housing puts the biggest strain on planners to build in the green belt.
green belt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (karate rank)πράσινη ζώνη επίθ + ουσ θηλ
 Gavin recently earned his green belt in karate.
green card nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (residence permit) (μεταφορικά)πράσινη κάρτα επίθ + ουσ θηλ
 I wanted to live and work in the States but couldn't get hold of the necessary green card.
green cullet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crushed green-coloured glass)πράσινο υαλόθραυσμα επίθ + ουσ ουδ
green energy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (renewable power) (μεταφορικά)πράσινη ενέργεια επίθ + ουσ θηλ
green fairy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, literary (absinthe) (μτφ: αψέντι)πράσινη νεράιδα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
green fee,
greens fee
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(golf course charge)χρέωση για γκόλφ φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
green fingers nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (fondness for or skill at gardening)ταλέντο στην κηπουρική φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  αγάπη για την κηπουρική φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 My grandmother kept a beautiful garden and was known for her green fingers.
green gold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gold alloy) (κράμα χρυσού)ήλεκτρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
green light nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (traffic signal: go)πράσινο φανάρι επίθ + ουσ ουδ
  πράσινο επίθ ως ουσ ουδ
 We'll never make it to the green light in time.
green light nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (authorization to begin) (μεταφορικά)πράσινο φως έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Today we got a green light from the director to begin the new project. The committee gave my project the green light.
green-light [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (authorize) (μεταφορικά)δίνω το πράσινο φως έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The Federal Aviation Administration has green-lighted a request to extend the airport runway.
green onion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scallion)φρέσκο κρεμμυδάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
green pea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vegetable)μπιζέλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αρακάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
green pepper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (green capsicum, green bell pepper)πράσινη πιπεριά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
green salad nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (salad consisting of lettuce, etc.)πράσινη σαλάτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This restaurant makes a fabulous green salad.
green snake nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (non-venomous North American snake)είδος φιδιού της Αμερικής έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 During his trip to the mountains Mark was startled by a green snake.
green tea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Oriental herbal tea)πράσινο τσάϊ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My sister loves green tea with a slice of lemon.
green turtle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: sea reptile)πράσινη θαλασσοχελώνα επίθ + ουσ θηλ
green vegetables nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (green edible plants)πράσινα λαχανικά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The young boy didn't like eating green vegetables.
green with envy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (envious) (μεταφορικά)που έχει σκάσει από τη ζήλια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πράσινος από τη ζήλια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  που έχει πρασινίσει από τη ζήλια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
green woodpecker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (yaffle: green songbird)δρυοκολάπτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Green Zone nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (central Baghdad) (κέντρο Βαγδάτης)Πράσινη Ζώνη επίθ + ουσ θηλ κύρ
green-eyed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having green eyes)πρασινομάτης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
green-eyed monster nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (jealousy) (μεταφορικά)ζήλια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the play Othello, Iago calls jealousy a "green-eyed monster".
green-winged teal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (freshwater duck)αγριόπαπια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
have a green thumb,
have green thumbs (US),
have green fingers (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be skilled at gardening)έχω ταλέντο στην κηπουρική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι καλός με τα φυτά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My mother has a green thumb: everything she touches grows well. All my cuttings took this year, so perhaps I do have green fingers after all.
jade green,
jade-green
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(turquoise-green colour)το χρώμα του νεφρίτη, γαλαζοπράσινο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before the noun
jade green,
jade-green
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(turquoise green in colour)γαλαζοπράσινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
light green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pale green colour)απαλό πράσινο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
lime n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (acid green)λαχανί επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  λαχανής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεγαλύτερη ακρίβεια)κιτρινοπράσινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μόδα, στυλ: κατά λέξη)lime επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Lisa had her car spray-painted a garish lime color.
lime green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bright yellowish-green colour)έντονο πρασινοκίτρινο χρώμα, το χρώμα του κιτρολέμονου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm going to be bold and paint my kitchen in lime green.
lime green adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (bright yellowish green in colour)που έχει το χρώμα του κιτρολέμονου, πρασινοκίτρινος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Her lime green pants were far too bright for such a solemn occasion.
make [sb] green with envy v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (cause to feel envious) (μεταφορικά)κάνω κπ να σκάσει από τη ζήλια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When I wore my new Prada shoes, I knew I could make Sally green with envy.
mint green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pale green colour)πράσινο της μέντας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  το χρώμα της μέντας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Ray painted the baby's room in mint green.
mint green,
mint-green
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(pale green in colour)στο πράσινο της μέντας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (πιο γενικό)ανοιχτός πράσινος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
Σχόλιο: A hyphen may be used when the adjective precedes the noun.
 Sharon wore a mint-green dress and open-toed sandals.
olive green,
olive-green
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(dull yellowish-green colour)λαδί χρώμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 Although olive green used to be popular decades ago, I wouldn't advise wearing a dress this color nowadays.
olive green,
olive-green
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(dull yellowish green in colour)που έχει χρώμα λαδί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
pea green,
pea-green
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(bright green in color)έντονος πράσινος, φωτεινός πράσινος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
pea green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bright green color) (χρώμα)έντονο πράσινο, φωτεινό πράσινο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
pistachio green,
pistachio
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(color: pale green)φιστικί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
sage,
sage-green
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(grayish-green) (καθομιλουμένη)πρασινολαδί επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  γκριζοπράσινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I prefer the sage curtains; the lime-green ones are too bright.
sage,
sage green
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(color: grayish-green)πρασινολαδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  γκριζοπράσινο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
sea green,
sea-green
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(light blue-green in color)γαλαζοπράσινος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
sea green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (light blue-green color)γαλαζοπράσινο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
turquoise green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greenish-blue colour) (χρώμα)τυρκουάζ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
village green nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (park or common in a village)το πάρκο του χωριού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ο χώρος πρασίνου του χωριού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 In the early 1950s, a fun fair was an annual event on the village green.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'green' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [projects, plans, funds] for greening the city, [dark, light, forest, lime] green, green [grass, hills, paint, crayons], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση green στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'green'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης