grading

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgreɪdɪŋ/

From the verb grade: (⇒ conjugate)
grading is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: grading, grade

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grading nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (act of classifying)ταξινόμηση, κατάταξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (με βάση κριτήρια)διαλογή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  διαχωρισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Grading is done automatically by sifting and weighing the coffee beans.
grading nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly US, uncountable (marking of schoolwork)βαθμολόγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The teacher finished her grading over the weekend.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grading nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (levelling of ground)αλφάδιασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The grading was wrong in the new house's landscaping, and the basement flooded in the spring.
 Το αλφάδιασμα έγινε λάθος στον σχεδιασμό του νέου σπιτιού και το υπόγειο πλημμύρισε την άνοιξη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (school year level) (σχολείο)τάξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She is ten years old, so is probably in Fourth Grade.
 Είναι δέκα ετών, οπότε μάλλον πηγαίνει στην τέταρτη τάξη.
grade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (education: assessment) (αξιολόγηση)βαθμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He received a grade of "B+" on his exam.
 Ο βαθμός του στο διαγώνισμα ήταν Β+.
grade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (level, rank)βαθμίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Joe is hoping to get promoted to a higher grade.
 Ο Τζο ελπίζει να προαχθεί σε ανώτερη βαθμίδα.
grade [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US (homework, exam: mark)βαθμολογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)διορθώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The teacher graded the students' exams.
 Ο καθηγητής βαθμολόγησε τα διαγωνίσματα των φοιτητών.
grade [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (reduce slope of)ισοπεδώνω, ισιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο, κυριολεκτικά)εξομαλύνω β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The bulldozers grade the land before the road is built.
 Οι μπουλντόζες ισοπεδώνουν το έδαφος πριν κατασκευαστεί ο δρόμος.
 Οι μπουλντόζες εξομαλύνουν το έδαφος πριν κατασκευαστεί ο δρόμος.
grade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (music examination)επίπεδο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  βαθμίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I am studying for Grade Six violin.
 Μελετάω για την έκτη βαθμίδα στο πιάνο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (standard)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Fifteen people made the grade to get on the team.
grade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slope)κλίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The road has a 2% grade over the next 10 km.
grade viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." US (correct homework)βαθμολογώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)διορθώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The teacher had to spend his evening grading.
grade [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (classify)κατηγοριοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ταξινομώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 People are sometimes graded according to socio-economic status.
grade [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (education: award a grade to)βαθμολογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βάζω βαθμό σε κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The professor graded the performance an A+.
grade [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (blend colour, light) (ανεπίσημο)ντεγκραντάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The painter graded several colours to show the sunset.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grading' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the grading [process, requirements], have my own grading system, a [strict, loose] grading policy, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grading στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'grading'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης