grace

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'grace', 'Grace': /ˈɡreɪs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/greɪs/ ,USA pronunciation: respelling(grās)

Inflections of 'grace' (v): (⇒ conjugate)
graces
v 3rd person singular
gracing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
graced
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
graced
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: grace, Grace

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (elegance)χάρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Irene glided over the dance floor with the grace of a figure skater.
 Η Αϊρίν χόρευε στην πίστα με την χάρη μιας πατινέρ.
grace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christianity: God's mercy)χάρη, εύνοια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  θεία χάρη επίθ + ουσ θηλ
  (καθαρεύουσα, λόγιος)χάρις ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The congregation prayed for God's grace and mercy.
 Το εκκλησίασμα προσευχόταν για τη χάρη και το έλεος του Θεού.
grace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prayer before or after meal)προσευχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Jim's father always said grace before every meal.
 Ο πατέρας του Τζιμ πάντα έκανε την προσευχή σου πριν από κάθε γεύμα.
grace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually capitalized (title)εξοχότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθαρεύουσα, παλαιό)εξοχότης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 His Grace appeared at the king's court last week.
 Η Εξοχότητά του εμφανίστηκε στην αυλή του βασιλιά την περασμένη εβδομάδα.
grace [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (adorn)κοσμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Many rare and beautiful treasures graced the museum.
 Πολλοί σπάνιοι και όμορφοι θησαυροί κοσμούσαν το μουσείο.
grace [sb/sth] with [sth] vtr + prep (person: be present)τιμώ κπ/κτ με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Oh, I am so honored that you would grace us with your presence.
 Α, είναι μεγάλη μας τιμή που μας τιμήσατε με την παρουσία σας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Grace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (female given name)Γκρέις ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 Janine named her new daughter Grace.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
grace | Grace
ΑγγλικάΕλληνικά
act of grace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (amnesty)απονομή χάριτος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
coup de grâce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, Gallicism (decisive or finishing stroke) (μεταφορικά)χαριστική βολή επίθ + ουσ θηλ
coup de grâce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. Gallicism (mercy killing) (κυριολεκτικά)χαριστική βολή επίθ + ουσ θηλ
 The count delivered the coup de grâce to his wife's lover.
 Ο κόμης έδωσε τη χαριστική βολή στον εραστή της γυναίκας του.
fall from grace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reputation becomes damaged)το να πέσω σε δυσμένεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το να χαλάσει η φήμη μου, το να χάσω την καλή μου φήμη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πτώση δημοτικότητας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The rumors about the actor's infidelity triggered his fall from grace.
fall from grace v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (suffer damaged reputation)πέφτω σε δυσμένεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  χάνω την καλή μου φήμη, χαλάει η φήμη μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πέφτει η δημοτικότητά μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Once the party got into power and it became clear it would not fulfil its election promises, it fell from grace.
grace note nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: note for embellishment) (μουσική)καλλωπισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  επέρειση, αποτζιατούρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
grace note nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (film, story: embellishment) (μεταφορικά)διάνθιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
grace of God nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christianity: God's kindness)χάρη του Θεού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (καθαρεύουσα, λόγιος)Χάρις του Θεού φρ ως ουσ θηλ κύρ
  θεία Χάρη επίθ + ουσ θηλ κύρ
 By the grace of God, you will be healed.
grace period nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (before penalty)περίοδος χάριτος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Some student loans have a six-month grace period; then you have to start paying them back.
saving grace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (redeeming feature)προτέρημα που αντισταθμίζει τα ελαττώματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)αυτό που με σώζει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She's not very bright, but beauty is her saving grace.
 Δεν είναι πολύ έξυπνη. Η ομορφιά, όμως, είναι το προτέρημα που αντισταθμίζει αυτό το ελάττωμά της.
 Δεν είναι πολύ έξυπνη. Αυτό που τη σώζει είναι η ομορφιά της.
say grace v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (say prayer before meal) (πριν το φαγητό)λέω την προσευχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
two days grace,
two days' grace
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(allowance period of 2 days)χρονικό περιθώριο δύο ημερών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The electric company gave us two days grace to pay the bill before disconnecting our service.
with good grace advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (willingly)με προθυμία φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  πρόθυμα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grace' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a grace period to [pay rent, accept], are still in the grace period, moves with the grace of a [dancer, gymnast], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grace στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'grace'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης