good

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgʊd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/gʊd/ ,USA pronunciation: respelling(gŏŏd)


Inflections of 'good' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
better
adj comparative
best
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (better than average) (καλύτερος από μέτριος)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He studied hard and got good grades this year.
 Μελέτησε σκληρά και πήρε καλούς βαθμούς φέτος.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (favorable)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The weather forecast is good for tomorrow.
 Για αύριο προβλέπεται καλός καιρός.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (well behaved) (συμπεριφορά)φρόνιμος, ήσυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο)κόσμιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Now you be good while I'm gone, do you hear?
 Να είσαι φρόνιμος (or: ήσυχος) όσο θα λείπω, ακούς;
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (adequate)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You can earn a good living as a mechanic.
 Ως μηχανικός, μπορείς να βγάλεις καλά λεφτά.
good for [sb/sth] adj + prep (healthy) (για κάποιον)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (σε κάποιον)κάνω καλό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Cod liver oil is supposed to be good for you.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Λένε πως το σπανάκι είναι καλό για όσους έχουν έλλειψη σιδήρου.
 Υποτίθεται πως το μουρουνέλαιο κάνει καλό.
good for [sb/sth] adj + prep (beneficial)κάνω καλό επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ωφέλιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ευεργετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Whoever said that pain is good for the soul?
 Ποιος είπε ότι ο πόνος κάνει καλό στην ψυχή;
 Ποιος είπε ότι ο πόνος είναι καλός για την ψυχή;
 Ποιος είπε ότι ο πόνος είναι ωφέλιμος για την ψυχή;
 Ποιος είπε ότι ο πόνος είναι ευεργετικός για την ψυχή;
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (virtuous) (χαρακτήρας)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He's a good man.
 Είναι καλός άνθρωπος.
good for [sth],
good for doing [sth]
adj + prep
(useful) (για κάτι)χρήσιμος, βολικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Shoe boxes are good for storing old postcards and letters.
 Τα κουτιά παπουτσιών είναι χρήσιμα για την αποθήκευση παλιών καρτ ποστάλ και γραμμάτων.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (competent)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She's a very good accountant.
 Είναι πολύ καλή λογίστρια.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (right, correct)σωστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο)ορθός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Good answer!
 Σωστή απάντηση!
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (worthy)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You've ruined our family's good reputation.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (refined)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εκλεπτυσμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 He's got good taste in wine.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be good at [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be skilled, talented)είμαι καλός σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έχω ταλέντο σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He is good at anything related to numbers.
be good with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be skilled with)είμαι καλός σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έχω ταλέντο σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My sister is good with numbers but I'm better at languages.
be good with [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (people, animal: handle well)είμαι καλός με κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)το έχω με κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He is good with children and animals.
be good for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be valid: for a duration) (διάρκεια)ισχύω για κτ ρ αμ + πρόθ
 Your international driving licence is good for one year; you can renew it after that.
 Η διεθνής άδεια οδήγησής σου ισχύει για έναν χρόνο. Μετά, μπορείς να την ανανεώσεις.
be good for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be equivalent in value to)φτάνω για κτ ρ αμ + πρόθ
  (ισοδυναμία)αντιστοιχώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Your admission ticket is also good for one drink at the bar when you get inside.
 Το εισιτήριό σου αντιστοιχεί και σε ένα ποτό στο μπαρ όταν μπεις μέσα.
be good for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be fit only for)κάνω για κτ ρ αμ + πρόθ
  είμαι κατάλληλος για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (suitable)κατάλληλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Is lasagne a good thing to serve to your parents?
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δε νομίζω πως το σούσι είναι κατάλληλο φαγητό για το δείπνο με τους παππούδες μου.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δε νομίζω πως το σούσι κάνει για το δείπνο με τους παππούδες μου.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (functioning)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You'll have to speak into my good ear if you want me to hear.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (fresh)φρέσκος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Is that milk still good?
 Αυτό το γάλα είναι ακόμα φρέσκο;
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (tastes nice)ωραίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  νόστιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο)εύγεστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This is a really good apple.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (genuine)γνήσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I can't tell if this certificate is good or not.
 Δεν είμαι σίγουρη αν αυτό το πιστοποιητικό είναι γνήσιο ή όχι.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (wise)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σωστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Those stocks were a good investment.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (thorough)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομ, μτφ: καθάρισμα)γερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This house needs a good cleaning.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fertile)γόνιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There's lots of good soil in this part of the country.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (devout)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ευσεβής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He's a good Catholic.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (loyal)αφοσιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 He's a good union man.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (skin: clear)καθαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (γενικά)ωραίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She has good skin.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (clothes: most dressy)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο)επίσημος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You should wear your good suit for this dinner.
good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sport: in bounds)έγκυρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 His first serve was good.
good advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." US, informal (well)καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 This car runs good.
good interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (approval)ωραία επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  καλώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 "Good," said the teacher when the student handed in his homework on time.
good nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (benefit, sake) (όφελος)καλό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I did it for the good of all of us.
 Το έκανα για το καλό όλων μας.
good nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (merit)αξία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There's a lot of good in his idea.
good nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (virtue)καλό επίθ ως ουσ ουδ
 You should always seek out the good in people.
good nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (purpose) (κάνει)καλό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (έχει)νόημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (έχει)αξία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 What good is it to ask all these questions without answering them?
the goods nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative, slang (information) (καθομιλουμένη: νέα)μαντάτα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  νέα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The police are hoping that their informer will come up with the goods.
goods nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (merchandise, commodities)αγαθά, εμπορεύματα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The company promised to deliver the goods within 24 hours.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a good deal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bargain)ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  καλή προσφορά επίθ + ουσ θηλ
 I chose the car because it was reliable and a good deal.
a good deal advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (a lot)αρκετά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη)κάμποσο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 She walks around the neighborhood a good deal.
a good deal of [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (a lot)αρκετός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)κάμποσος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μπόλικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I hope you like spicy food, because I added a good deal of fresh jalapeño.
a good innings nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal, figurative (long life)μακροζωία, μακροβιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He was 96 when he died. That's a good innings!
a great deal,
a good deal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bargain)καλή ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
  ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I chose the car because it was reliable and a great deal.
 Επέλεξα το αυτοκίνητο, καθώς ήταν αξιόπιστο και καλή ευκαιρία.
a great deal,
a good deal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(much, large amount)πολλά επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 I have a great deal to accomplish before the end of the semester.
 Έχω να πετύχω πολλά πριν τελειώσει το εξάμηνο.
a great deal of [sth],
a good deal of [sth]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(large amount of [sth])μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πολύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her presidential campaign had a great deal of success at the local level.
 Η προεδρική της καμπάνια είχε μεγάλη επιτυχία σε τοπικό επίπεδο.
a great deal,
a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(greatly, very much)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ιδιαίτερα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I value your input a great deal.
 Εκτιμώ πολύ τη βοήθειά σου.
a great deal,
a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(considerably)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I'm feeling a great deal better since I ate some soup.
 Νιώθω πολύ καλύτερα, αφότου έφαγα λίγη σούπα.
a great deal of effort,
a good deal of effort
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(a lot of work)μεγάλη προσπάθεια επίθ + ουσ θηλ
  υπέρ-προσπάθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I put a great deal of effort into this project, and I was really offended when management ignored it.
all in good time interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (be patient)όλα στην ώρα τους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The doctor assured the family that the patient would be out of hospital the next day, all in good time.
any good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (sufficient quality)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: Used in questions, with negatives and where there is doubt.
 I don't think his later films are any good.
 Δε νομίζω ότι οι τελευταίες ταινίες του ήταν καλές.
any good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (at all effective)αποτελεσματικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)κάνω τίποτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)καθόλου αποτελεσματικός φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Was the ointment I gave you any good?
 Ήταν αποτελεσματική η αλοιφή που σου έδωσα;
 Έκανε τίποτα η αλοιφή που σου έδωσα;
 Ήταν καθόλου αποτελεσματική η αλοιφή που σου έδωσα;
as good as exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (of equal quality to)τόσο καλός όσο, εξίσου καλός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He is as good at maths as my brother.
as good as exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (nearly; virtually)πάνω κάτω, στο περίπου επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I've worked all night on the picture and it's as good as finished.
as good as it gets exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (the best circumstances)το καλύτερο δυνατό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το καλύτερο που μπορεί να γίνει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The smaller football teams have no chance of finishing top of the league, so winning one of the cup competitions instead is as good as it gets.
as good as new exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (successfully repaired or restored)σαν καινούριος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 John fixed my bike and now it's as good as new!
as good as they come exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (the best available)ο καλύτερος δυνατός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
at a good price exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (at reasonable cost)σε καλή τιμή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I was able to buy my PC at a good price.
be good interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (do not misbehave) (παιδί)να είσαι φρόνιμος! περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (γενικά)φέρσου σωστά! περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
by a great deal,
by a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(by a large amount or extent)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 The Indian Ocean is smaller than the Pacific Ocean by a great deal.
common good nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (benefit of everyone) (το καλό όλων)κοινό όφελος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Being honest with each other is for the common good.
do a good deed v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (perform a charitable act) (κάνω κάτι καλό)κάνω καλή πράξη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When someone joins the Boy Scouts, one of the requirements is to do a good deed every day.
do [sb] a good turn,
do a good turn for [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(perform a kind act)κάνω μια καλή πράξη για κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κάνω καλό σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
do good v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (perform charitable acts)κάνω αγαθοεργίες ρ μ + ουσ θηλ πλ
 If I were a millionaire, I would use my wealth to do good.
do good v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (do well, do [sth] successfully)τα πάω καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You can do good if you just try.
enjoy good health viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be physically healthy)χαίρω άκρας υγείας ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
fairly good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (reasonable, acceptable)αρκετά καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I didn't get top marks in the exam, but my results were fairly good.
feel good vi + adj (be happy, optimistic)είμαι καλά, νιώθω καλά ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  χαίρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I feel good now that my exams are over. Springtime always makes me feel good.
feel good viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (not feel guilty)έχω ήσυχη την συνείδηση μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
feel good about [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be optimistic)έχω θετικό προαίσθημα για κτ, έχω καλό προαίσθημα για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αισθάνομαι καλά για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
feel good about [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (find [sth] morally acceptable)είμαι ευχαριστημένος με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  θεωρώ ότι κτ είναι αποδεκτό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
feel-good adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (that causes happiness)ευχάριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)ανεβαστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
for good advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (permanently)οριστικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  για πάντα, για τα καλά, μια για πάντα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 His severe injury ended his sports career for good.
 Ο σοβαρός του τραυματισμός έβαλε οριστικά τέλος στην καριέρα του ως αθλητής.
for good measure exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (a little more than required)για καλό και για κακό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Emily added an extra teaspoon of cinnamon to the recipe for good measure.
get off to a good start v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (begin well)κάνω καλή αρχή, ξεκινώ με καλό τρόπο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Our new employee has gotten off to a good start.
give [sb] a good telling-off,
give [sb] a good telling off
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (reprimand) (αργκό)τα χώνω σε κπ, τη λέω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When the boss found out what had happened, Sally was taken into the office and given a good telling-off.
good afternoon interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (greeting)καλό απόγευμα επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  καλησπέρα επίφ
Σχόλιο: Κατά λέξη αντιστοιχεί στο «καλό απόγευμα». Συχνά όμως, αντί για το σπάνιο «καλό απόγευμα» οι Έλληνες εύχονται «καλησπέρα».
 Phil wished me good afternoon as he passed me in the corridor.
 Ο Φιλ μου ευχήθηκε καλό απόγευμα καθώς με προσπέρασε στον διάδρομο.
good appetite,
healthy appetite
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(healthy desire to eat)φυσιολογική όρεξη επίθ + ουσ θηλ
good behavior (US),
good behaviour (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(child: not misbehaving)καλή συμπεριφορά επίθ + ουσ θηλ
  (συνήθως στο σχολείο)καλή διαγωγή επίθ + ουσ θηλ
 Billy got a sticker for his good behavior today at school.
good behavior (US),
good behaviour (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(prisoner: good conduct)καλή διαγωγή επίθ + ουσ θηλ
 I expect that he will have his prison term reduced for good behaviour.
Good Book nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christian Bible)Βίβλος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Good Book says, "Do unto others as you would have them do unto you."
good boy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (well-behaved male child)καλό παιδί επίθ + ουσ ουδ
 He was a very good boy.
good boy interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (used to praise a male child)τι καλό παιδί! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μπράβο! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Good boy! You received an "A" in mathematics.
good boy interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (used to praise male dog)καλό σκυλί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μπράβο αγόρι μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
good buy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bargain)ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I got a good buy on these drinks, only $1 per bottle.
 Αυτά τα ποτά ήταν ευκαιρία, τα αγόρασα μόλις 1 δολάριο το μπουκάλι.
good call nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (smart decision, wise judgment)σωστή επιλογή επίθ + ουσ θηλ
  καλή σκέψη επίθ + ουσ θηλ
Good call! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (That is a wise decision) (καθομιλουμένη)Έπεσες διάνα! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Σωστό! επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
good chance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (high probability)μεγάλη πιθανότητα επίθ + ουσ θηλ
good cheer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (joyfulness)κέφι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  καλή διάθεση επίθ + ουσ θηλ
 The party guests were in good cheer.
good child nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (child who is well behaved)καλό παιδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My mother says I was a good child when I was younger.
good Christian nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who obeys Christian teachings)καλός Χριστιανός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A good Christian uses Jesus as an example for his life.
good citizen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (helpful member of society)καλός πολίτης, σωστός πολίτης επίθ + ουσ αρσ
good clothes nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (finest or most formal outfit) (μεταφορικά)καλά ρούχα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 I would not wear my good clothes while doing the housework.
good cop/bad cop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (police questioning technique)τεχνική του καλού και του κακού μπάτσου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
good day nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (day spent well)όμορφη μέρα, ωραία μέρα επίθ + ουσ θηλ
 William had a good day at the races, winning a considerable amount of money.
 Ο Γουίλιαμ πέρασε μια όμορφη μέρα στους αγώνες ταχύτητας, κερδίζοντας ένα σημαντικό ποσό.
Good day! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" formal (salutation)Καλημέρα! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (σε έναν)Καλή σου μέρα! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (σε πολλούς ή ευγενικό)Καλή σας μέρα! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Samuel wished us "Good day!" as he passed by.
 Ο Σάμουελ μας ευχήθηκε «Καλημέρα!» καθώς προσπέρασε.
Good day to you! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" formal (salutation)Καλημέρα! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (σε έναν)Καλή σου μέρα! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (σε πολλούς ή ευγενικό)Καλή σας μέρα! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 "Good day to you!" shouted Jenkins from across the street.
 «Καλή σου μέρα!» φώναξε ο Τζέκινς από απέναντι.
good deed nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (charitable act)καλή πράξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Have you done any good deeds lately, like donating blood?
good disposition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pleasant manner, character)ευχάριστος χαρακτήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Labradors have a good disposition which makes them a good dog around children.
 Τα Λαμπραντόρ έχουν ευχάριστο χαρακτήρα που τα κάνει καλούς σκύλους για τα παιδιά.
good dog interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (used to praise a canine)καλό σκυλί, καλό σκυλάκι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
good eater nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who eats plenty)καλοφαγάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  που το τρώει το φαΐ του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
good eating nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (healthy or top-quality food)καλό φαγητό επίθ + ουσ ουδ
  καλή τροφή επίθ + ουσ θηλ
  υγιεινό φαγητό επίθ + ουσ ουδ
  υγιεινή τροφή επίθ + ουσ θηλ
good egg nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (decent or kind person)καλός άνθρωπος επίθ + ουσ αρσ
  άνθρωπος από καλή πάστα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
good English nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (competent use of the English language) (μεταφορικά)καλά Αγγλικά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Good English is a necessity for any foreign student wishing to study at an English university.
good enough adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (satisfactory)αρκετά καλός επίρ + επίθ
  (καθομ, μεταφορικά)κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It isn't the best computer available, but it's good enough for my needs.
 Δεν είναι ο καλύτερος υπολογιστής που υπάρχει, αλλά κάνει για τις ανάγκες μου.
good evening interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (greeting) (συνάντηση)καλησπέρα επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (αποχαιρετισμός)καλό βράδυ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 "Good evening, Sir. Are you ready to order?" asked the waiter.
 «Καλησπέρα σας κύριε. Είστε έτοιμος να παραγγείλετε»; ρώτησε ο σερβιτόρος.
good example nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (model for others)καλό παράδειγμα επίθ + ουσ ουδ
  παράδειγμα προς μίμηση φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 As a teacher, it is important to set a good example for your students.
good exercise nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (activity encouraging fitness)καλή άσκηση, καλή γυμναστική επίθ + ουσ θηλ
good feeling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (premonition that [sth] good will happen)καλό προαίσθημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I have a good feeling about this interview.
a good feeling (about [sb]) nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (positive evaluation of [sb](για κπ)καλή εντύπωση επίθ + ουσ θηλ
  καλό προαίσθημα επίθ + ουσ ουδ
 I've got a good feeling about you. I think you'll go far in this company.
good fellow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (likeable man)καλός άνθρωπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My daughter´s new boyfriend seems a good fellow.
good food nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (healthy or top-quality food)καλό φαγητό επίθ + ουσ ουδ
  καλή τροφή επίθ + ουσ θηλ
  υγιεινό φαγητό επίθ + ουσ ουδ
  υγιεινή τροφή επίθ + ουσ θηλ
 Athletes eat only good food.
good for a laugh adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (funny, amusing)ευχάριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  διασκεδαστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
good for a laugh adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: can make people laugh)ευχάριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  διασκεδαστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
good for nothing,
good-for-nothing
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (person: lazy) (αποδοκιμασίας)άχρηστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας)ανεπρόκοπος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αχαΐρευτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My brother's a good-for-nothing scrounger.
good for nothing,
good-for-nothing
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (useless)άχρηστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My Dad thinks I wasted 4 years of college on a good-for-nothing Philosophy degree.
good for you adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (healthful)που κάνει καλό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καλός, υγιεινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Eating plenty of fruits and vegetables is good for you.
good for you interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (well done!)μπράβο επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  μπράβο σου επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 You have lost 10 pounds already? Good for you!
good form nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fitness)καλη φυσική κατάσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The horse is in good form for the race.
good form nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (appropriate behaviour)σωστή συμπεριφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 It is good form to offer your seat to a lady.
good fortune nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (good luck, happy chance)καλή τύχη, καλοτυχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He had good fortune to win the lottery.
Good Friday nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Friday before Easter Sunday)Μεγάλη Παρασκευή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the UK it's traditional to eat hot cross buns on Good Friday. We will not have class on Good Friday.
 Στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι παράδοση να τρως ζεστά ψωμάκια τη Μεγάλη Παρασκευή. Δεν έχουμε μάθημα τη Μεγάλη Παρασκευή.
good friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] close, trusted)καλός φίλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My good friend will always tell me the truth, and always in a kind way.
good fun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] enjoyable)ωραίος, διασκεδαστικός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 It was always good fun going sailing with my cousin's family.
Good gracious!,
Goodness gracious!
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(used when you're surprised)Θεούλη μου! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Ω, Θεέ μου! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Για όνομα του Θεού! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
good grades nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (high marks: in exams, tests)καλοί βαθμοί ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 She needs good grades to get to University.
good grief interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (disbelief)αμάν επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Θεέ και Κύριε, για όνομα του Θεού, Χριστός και Παναγία επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (καθομ, πιθανώς προσβλητικό)ο Χριστός και η μάνα του επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 "Good grief! Ben's finally managed to pass his driving test!"
good grief,
Good grief!
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
informal (exasperation)αμάν επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  αμάν πια επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Θεέ και Κύριε, για όνομα του Θεού, Χριστός και Παναγία επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (καθομ, πιθανώς προσβλητικό)ο Χριστός και η μάνα του επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 "Good grief! We must have been here for at least half an hour and still haven't been served."
good guy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (decent man)καλό παιδί επίθ + ουσ ουδ
 I'm glad she's going out with Rob: he's a good guy.
good guy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (fiction: hero) (ταινία, βιβλίο κλπ)καλός επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Almost every major movie involves the good guys versus the bad guys.
a good hand at [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] skillful at [sth])που πιάνει το χέρι του σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  επιδέξιος σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
good hand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (playing cards: lucky deal) (στα χαρτιά)καλό φύλλο επίθ + ουσ ουδ
 I had a good hand, but still lost the game.
good health nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (healthiness, fitness)καλή φυσική κατάσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I am lucky to enjoy good health.
good hearing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ability to hear clearly)καλή ακοή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My grandmother does not have good hearing so you need to speak clearly to her.
good heart nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (kind or generous nature) (μεταφορικά)καλή καρδιά επίθ + ουσ θηλ
Good heavens! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slightly dated (surprise)έλα θεέ μου, Κύριε ελέησον, έλα Χριστέ και Παναγιά επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Good heavens! You can't possibly go to the party wearing that.
good humor,
UK: good humour
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (cheerful mood)καλή διάθεση επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)κέφια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 When the sun is shining it puts me in good humour.
good idea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wise suggestion)καλή ιδέα, ωραία ιδέα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It is a good idea to brush your long hair before going to sleep. It wasn't a good idea to eat that third piece of cake.
 Είναι καλή ιδέα να χτενίζεις τα μακριά σου μαλλιά πριν πας για ύπνο. Δεν ήταν καλή ιδέα να φάω εκείνο το τρίτο κομμάτι από το κέικ.
good idea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clever invention)καλή ιδέα, ωραία ιδέα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Sliced bread was a good idea.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'good' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [foreign, finished, domestic] goods, is a good [person, man, wife, dog], [canned, baked, frozen, perishable, damaged] goods, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση good στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'good'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης