golden

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgəʊldən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈgoʊldən/ ,USA pronunciation: respelling(gōldən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
golden adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (gold in color)χρυσός, χρυσαφένιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  χρυσαφής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  χρυσαφί επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Golden light shone through the window.
 Το χρυσό φως έλαμπε καθώς έμπαινε από το παράθυρο.
golden adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (made of gold)χρυσός, χρυσαφένιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The king wore a golden crown.
 Ο βασιλιάς φορούσε χρυσό στέμμα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
golden adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (age, years, moments: special) (μεταφορικά)χρυσός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 During its golden years, the Roman Empire surrounded the Mediterranean Sea.
golden adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (favored)αγαπημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (μεταφορικά)χαϊδεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Paul was the family's golden child; his brother was jealous of him.
golden adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (opportunity: perfect, advantageous) (μεταφορικά)χρυσός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ιδανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This seemed to be the golden moment for Tom to tell his parents he was dropping out of university, but he lost his nerve and said nothing.
golden nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, abbreviation (retriever dog) (ράτσα σκύλου)γκόλντεν ριτρίβερ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Mary has three dogs: two goldens and a cocker.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
golden age nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finest period in [sth]'s history)Χρυσούς Αιών ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Some look back to the 18th century as the golden age of reason.
golden beet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (root vegetable with round shape)κίτρινο παντζάρι επίθ + ουσ ουδ
 A mixture of roasted red and golden beets makes an attractive side dish.
golden boy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (male who is admired and popular)γκόλντεν μπόυ φρ ως ουσ ουδ άκλ
golden brown nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (warm light-brown color) (χρώμα)χρυσαφής, χρυσαφένιος, καφετής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: ουσιαστικοποιημένο επίθετο
 Her hair was a beautiful shade of golden brown.
golden brown,
golden-brown
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(warm light brown in color)χρυσαφής, χρυσαφένιος, καφετής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 Her golden brown hair shone in the sunlight.
golden couple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (successful or celebrated duo)θρυλικό ζευγάρι επίθ + ουσ ουδ
Golden Delicious,
golden delicious
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
® (American apple variety)μήλο γκόλντεν φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  γκόλντεν ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: As a registered trademark, “Golden Delicious” should be capitalized, but it is sometimes not capitalized in informal communication.
golden eagle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large bird of prey)χρυσαετός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Golden eagles sometimes swoop down on lambs.
golden era of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (most successful period, heyday) (μεταφορικά)χρυσή εποχή επίθ + ουσ θηλ
 The golden era of cheap flights is virtually finished.
golden girl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (successful or celebrated woman) (μεταφορικά)χρυσό κορίτσι επίθ + ουσ ουδ
Σχόλιο: Συχνά γράφεται σε εισαγωγικά ή χρησιμοποιείται ο αγγλικός όρος.
golden goose nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legendary goose)η κότα με τα χρυσά αβγά φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
golden goose nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (ongoing source of wealth) (μεταφορικά)η κότα με τα χρυσά αβγά φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  αστείρευτη πηγή επίθ + ουσ θηλ
golden handshake nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (generous severance payment) (κατά την αποχώρηση από εργασία)υψηλό εφάπαξ επίθ + ουσ ουδ άκλ
  μεγάλη αποζημίωση επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Περίφραση. Ο όρος αναφέρεται σε υψηλά ποσά και αυτό πρέπει να διευκρινίζεται στα ελληνικά.
 The company let him go with a golden handshake.
golden hello nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (benefits for new employee)μπόνους καλωσορίσματος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
golden jubilee nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (50th anniversary)πεντηκοστή επέτειος επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)χρυσό ιωβηλαίο επίθ + ουσ ουδ
 Vera Lynn sang outside Buckingham Palace in 1995 to mark the golden jubilee of VE Day.
golden jubilee nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (monarch: 50th year)χρυσό ιωβηλαίο επίθ + ουσ ουδ
 King Bhumibol Adulyadej of Thailand celebrated his golden jubilee on 9th June 1996.
golden mean nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (perfect moderate position)χρυσή τομή επίθ + ουσ θηλ
golden opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (perfect chance)καταπληκτική ευκαιρία, εκπληκτική ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)φοβερή ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
  φανταστική ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
 You can't say no to his offer: it's a golden opportunity.
golden parachute nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (retirement package) (πολύ μεγάλη)αποζημίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά: συνήθως σε εισαγωγικά)χρυσό αλεξίπτωτο επίθ + ουσ ουδ
 The company's Chief Financial Officer is entitled to a golden parachute of $15.5 million.
golden past nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prosperous history)ένδοξο παρελθόν επίθ + ουσ ουδ
golden retriever nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (breed of gun dog) (ράτσα σκύλων)γκόλντεν ριτρίβερ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  golden retriever φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Golden retrievers are patient and loyal; they make great family pets.
golden rule nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fundamental guideline)χρυσός κανόνας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The golden rule is to treat others as you would like them to treat you.
golden shower (botany)κασσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κάσσια φιστούλα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
golden syrup,
treacle
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, uncountable (refiners' syrup)μελάσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: When referring to golden syrup, treacle is most often used in the names of desserts, such as treacle tart or treacle pudding.
 A lot of ginger cake recipes use a combination of golden syrup and black treacle as a sweetener.
golden ticket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (key to a great opportunity) (μεταφορικά)χρυσό εισιτήριο επίθ + ουσ ουδ
Σχόλιο: Συχνά γράφεται μέσα σε εισαγωγικά.
golden wedding anniversary,
golden wedding
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(marriage: 50 years)χρυσή επέτειος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My parents will celebrate their golden wedding anniversary next year.
golden years (retirement)τα χρόνια της σύνταξης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
magic hour,
golden hour
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (photography: sunrise or sunset) (φωτογραφία)χρυσή ώρα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'golden' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is golden (in color), is a golden color, golden [brown, red], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση golden στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'golden'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης