godson

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgɒdsʌn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈgɑdˌsʌn/ ,USA pronunciation: respelling(godsun′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
godson nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male child at baptism)βαφτισιμιός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)βαφτιστήρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We have to be at the church at 8:00 for the baptism of my godson.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση godson στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'godson'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης