go on

Listen:


Σε αυτή τη σελίδα: go on, go
Ο όρος 'go on' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'go'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'go on' is an alternate term for 'go'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (embark on, begin: a journey)ξεκινώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης. Επίσης ξεκινάω.
 I can't wait to go on this road trip.
 Ανυπομονώ να ξεκινήσω το ταξίδι με αυτοκίνητο.
go on vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (continue to do or say [sth])εξακολουθώ, συνεχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Go on with your story!
go on vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (endure, continue)συνεχίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  αντέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ανεπίσημο)κρατάω, βαστάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
go on to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (do subsequently) (ακολουθεί ρήμα)και έπειτα, και μετά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχη δομή.
 Having acted in movies for thirty years, he went on to direct them.
 Υπήρξε ηθοποιός σε ταινίες για τριάντα χρόνια και στη συνέχεια άρχισε να τις σκηνοθετεί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (leave, depart)πηγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη: προτροπή)τράβα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You'd better go. It's getting late.
 Καλύτερα να πηγαίνεις. Είναι αργά.
 Καλύτερα να φύγεις. Είναι αργά.
go to [sth] vi + prep (proceed to, head for) (σε μέρος)πηγαίνω σε κτ, πάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 I'm going to London this summer. Anne went to Italy for her holiday last year. Robert goes to the market every Saturday morning.
 Θα πάω στο Λονδίνο φέτος το καλοκαίρι.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move along, advance)κινούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομ: μεγάλη ταχύτητα)τρέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μέσο μεταφοράς, άτομο κλπ)πάω, πηγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The train was going at top speed. Electricity goes along wires.
 Το τρένο πήγαινε με τη μέγιστη ταχύτητα. Το ηλεκτρικό ρεύμα κινείται κατά μήκος των καλωδίων.
 Το τρένο έτρεχε με τη μέγιστη ταχύτητά του.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (extend)φτάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Our property goes all the way down to the river.
 Το κτήμα μας φτάνει μέχρι κάτω στο ποτάμι.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (with adverb: turn out, pass)πηγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The wedding went very well, thank you.
 Ο γάμος πήγε πολύ καλά, ευχαριστώ.
go to [sth] vi + prep (lead to [sth])οδηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)πηγαίνω, πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 These stairs go to the attic.
 Αυτές οι σκάλες οδηγούν στη σοφίτα.
 Αυτές οι σκάλες πάνε στη σοφίτα.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (with adjective: become)γίνομαι ρ συνδβοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.
  (αποδοκιμασίας: κάτι κακό)καταντώ ρ συνδβοηθητικό ρήμα: Συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, π.χ. είμαι, γίνομαι κλπ.
Σχόλιο: Συνηθέστερα, χρησιμοποιείται το ρήμα που προκύπτει από το αγγλικό επίθετο, πχ Νομίζω πως τρελαίνομαι.
 I think I'm going crazy.
 Νομίζω ότι καταντώ τρελός.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (with adjective: act in a given way) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται το ρήμα που προκύπτει από το αγγλικό επίθετο.
 They went crazy when they heard the news.
 Αγρίεψαν μόλις άκουσαν τα νέα.
be going to do [sth] v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (future) (μέλλοντας)θα κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πρόκειται να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jake is going to clean the bathroom later.
 Ο Τζέικ θα καθαρίσει το μπάνιο αργότερα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, colloquial (ready)έτοιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σε ετοιμότητα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 All systems are go.
go interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (cheering on a team, participant)ολέ επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 The fans were shouting "Go Steelers!"
go nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (energy)ζωντάνια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)ενεργητικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She's sure got a lot of go.
go nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (try)προσπάθεια, δοκιμή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Can I have a go?
go nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (turn)σειρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It's your go. Here are the dice.
go to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make a move to do)πάω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jake went to brush a stray hair from Leah's cheek, but at that moment she turned away.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (function, perform)λειτουργώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)δουλεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 This fan won't go.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (time: pass) (χρόνος)φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  περνάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Weekends go really fast.
 Τα Σαββατοκύριακα φεύγουν πολύ γρήγορα.
 Τα Σαββατοκύριακα περνούν πολύ γρήγορα.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (tend to be)είμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 As exams go, that wasn't too bad.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be sold) (επίσημο)πωλούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πουλιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The rare book will go quickly at auction.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (pass, fit, enter)περνάω, περνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  χωράω, χωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The couch just won't go through the door.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal, euphemism (relieve yourself)πάω στο μπάνιο, πάω στην τουαλέτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομ, παλαιό: άκομψο)πάω προς νερού μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Excuse me. I've got to go. Is there a bathroom near here?
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (perform an action)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Go like this with your hands.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be valid)ισχύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είναι σωστό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Whatever Mike says, goes.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (say)λέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Boys will be boys, as the saying goes.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." euphemism (die) (ευφημισμός)φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He went just after midnight, with his wife at his side.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (give way, collapse)καταρρέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 There was so much snow the roof went.
go viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (stop working)χαλάω, χαλώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη, αργκό)τα παίζω, τα φτύνω, τα τινάζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The car engine went, so we had to walk home.
go to [sth],
go on [sth]
vi + prep
(be allotted)πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)προορίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 A quarter of their income goes to food.
go to [sb] vi + prep (pass to [sb] in a will)πάω, πηγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  δίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 His house went to the elder son, its contents to the younger.
go into [sth] vi + prep (number: be divisor of)διαιρούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  διαιρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι διαιρέτης ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (καθομιλουμένη)χωράω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 How many times does six go into eighty-four?
 Πόσες φορές δαιρείται το ογδόντα τέσσερα με το έξι;
 Πόσες φορές διαιρεί το έξι το ογδόντα τέσσερα;
go to [sb/sth] vi + prep (be awarded to)πάω σε κπ/κτ, πηγαίνω σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  (επίσημο)απονέμομαι σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 And the Oscar goes to Steve McQueen!
go to [sth] vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (resort: to [sth])κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They went to great effort to get here on time.
go to [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (consult, ask a favor of)στρέφομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
go on | go
ΑγγλικάΕλληνικά
go on about [sth/sb] vi phrasal + prep UK, informal (talk incessantly about)μιλάω για κτ ρ αμ + πρόθ
  μιλάω ακατάπαυστα για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The teacher went on about the topic he had chosen regardless of the fact that many students were asleep.
go on about [sth/sb] vi phrasal + prep UK, informal (talk unintelligibly about) (που ο συνομιλητής δεν καταλαβαίνει)μιλάω για κτ ρ αμ + πρόθ
 When my sister goes on about programming, I can't understand a word she is saying.
go on with [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (continue to do, say)συνεχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συνεχίζω με κτ ρ αμ + πρόθ
 I apologised for the interruption and he went on with his story.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
go on | go
ΑγγλικάΕλληνικά
go back on a promise v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (break your word)δεν κρατάω την υπόσχεσή μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν τηρώ την υπόσχεσή μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)πατάω την υπόσχεσή μου, πατάω το λόγο μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I can't believe that you, my own brother, would go back on your promise to loan me the money.
go back on your word v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not keep a promise)δεν κρατάω το λόγο μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)πατάω το λόγο μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Janice went back on her word to help me with the cooking.
go easy on vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (use sparingly) (μεταφορικά)παίρνω κάτι με το μαλακό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you want to lose weight you should probably go easy on the fatty foods.
go easy on vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (be lenient with)είμαι επιεικής ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Please go easy on the new students.
go off on a tangent,
also UK: go off at a tangent
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (digress, change subject)ξεφεύγω από το θέμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
go off on one v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, slang (rant)ξεσπάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό)τα παίρνω στο κρανίο, τα παίρνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Brett went off on one about the amount of money it had cost to get the car repaired.
go on a bender v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (go on a drinking binge)βγαίνω να τα πιω, πάω να τα πιω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
go on a binge v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (indulge in [sth] excessively)το παρακάνω σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
go on a date,
go out on a date
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(go out with [sb] romantically)βγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (κατά λέξη)βγαίνω ραντεβού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Want to go on a date this Friday night? I'll pick you up at eight.
 Θέλεις να βγούμε το βράδυ της Παρασκευής; Θα περάσω να σε πάρω στις οκτώ.
go on a diet v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (start eating less to lose weight)ξεκινώ δίαιτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
go on a fishing expedition v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (search for evidence of unspecified crime)κάνω έρευνα, ψαρεύω για στοιχεία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 In the US, police are not allowed to go on a fishing expedition in your house without a search warrant.
go on a journey v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (travel somewhere)πάω ταξίδι, ταξιδεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The fortune teller told me I'd soon be going on a journey.
go on a trip v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK (take a short journey)πάω ταξίδι, ταξιδεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 This weekend we're going on a trip to the seaside.
go on a trip v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US (travel)πάω ταξίδι, ταξιδεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Last summer I went on a trip to Rome to see the Coliseum.
go on a wild goose chase,
go on a wild-goose chase
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (search in vain for [sth](μεταφορικά)ψάχνω βελόνα στα άχυρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
go on and on v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (continue for a long time)δεν σταματάω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συνεχίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συνεχίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συνεχίζω και συνεχίζω β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
go on and on about [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (talk endlessly about)φλυαρώ για κτ ρ αμ + προθ
  μιλάω ασταμάτητα για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I get bored when Mark goes on and on about his car.
go on and on about vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang (talk incessantly about)μιλώ ακατάπαυστα για κάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She went on and on about the various celebrities she'd met.
go on forever v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (never end)είμαι ατελείωτος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  δεν έχω τελειωμό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  συνεχίζω για πάντα, συνεχίζομαι για πάντα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Everyone thought the couple's relationship would go on forever.
go on forever v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (seem unending) (μεταφορικά)είμαι ατελείωτος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (μεταφορικά)δεν έχω τελειωμό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)έχω τον ατελείωτο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It felt like the train journey went on forever.
go on leave v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be absent from job)παίρνω άδεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The soldier will go on leave next week to visit his family.
go on stage v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (perform, act publicly)ερμηνεύω ρόλο, εκπληρώνω, εκτελώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You're such a funny guy: you should go on stage.
go on stage v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (become performer)γίνομαι ερμηνευτής, γίνομαι ηθοποιός ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 John went on stage when he was barely 12 years old.
go on strike v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (stop work)κάνω απεργία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κατεβαίνω σε απεργία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  απεργώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The workers went on strike to protest against a decrease in their wages.
go on the fritz v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (break, malfunction) (για συσκευή)χαλάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
go on the piss v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, vulgar, slang (visit pubs or bars to get drunk)πάω να τα πιω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βγαίνω για να τα πιω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αργκό)πάω να γίνω λιώμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
go on to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (do [sth] next)κάνω κτ μετά ρ μ + επίρ
  συνεχίζω με κτ ρ αμ + πρόθ
go on vacation (US),
go on holiday (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(take a break away from home)πάω διακοπές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
go out on a limb v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (say [sth] daring)ρισκάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βρίσκομαι σε δύσκολη θέση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 He went out on a limb when he asked his boss for a raise.
go out on the booze,
go on the booze
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (visit pubs, bars to drink alcohol)βγαίνω για να τα πιω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
go straight on v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (continue ahead)συνεχίζω ευθεία, προχωρώ ευθεία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Go straight on till you reach the next lights, then turn left.
go straight on doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (continue to do [sth](να κάνω κτ)εξακολουθώ, συνεχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jill decided to go straight on doing what she loved to do.
on the go advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (moving)σε κίνηση φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (ανεπίσημο: δεν κάθομαι)στο πόδι φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (στο δρόμο για κάπου)καθ' οδόν, εν κινήσει φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 My children never sit still! They're always on the go. I'm so busy all day; I'm on the go from sun up to sun down.
 Τα παιδιά μου ποτέ δεν κάθονται ήσυχα! Είναι συνέχεια σε κίνηση.
 Είμαι πολύ απασχολημένη όλη την ημέρα. Είμαι στο πόδι από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'go on' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση go on στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'go on'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης